Αγγλικά → Ελληνικά - speech

προφορά
ουσ. λόγος, ομιλία, λαλιά, φωνή

Αγγλικά → Αγγλικά - speech

προφορά
n. speaking ability; something that is communicated orally, something that is spoken; dialogue, conversation; manner in which one speaks; dialect; study of oral communication
n. (Informal) speech
n. speech, speaking ability; something that is communicated orally, something that is spoken

Αγγλικά → Γαλλικά - speech

προφορά
n. parole; langue; langage; discours; allocution; conférence

Αγγλικά → Γερμανικά - speech

προφορά
n. Sprache; Rede; Vortrag; Redeschwall; Sprechweise

Αγγλικά → Ινδονησιακά - speech

προφορά
n. kemampuan berbicara, cara berbicara, cara bicara, cara bercakap, pidato, amanat, bahasa, logat

Αγγλικά → Ιταλικά - speech

προφορά
s. parola, favella; discorso, orazione; modo di parlare, parlata; linguaggio, idioma; dialetto

Αγγλικά → Πολωνικά - speech

προφορά
n. mowa, mówienie, przemówienie, przemowa, słowo, język

Αγγλικά → Πορτογαλικά - speech

προφορά
s. fala; dito; discurso, prédica; dialeto; estudo da comunicação oral

Αγγλικά → Ρουμανικά - speech

προφορά
n. vorbire, grai, limbă, limbaj, gură, pronunţare, rostire, cuvânt, cuvântare, discurs, conferinţă, debit, fel de a se exprima, expunere, logos, calitatea sunetului {muz.}

Αγγλικά → Ρωσικά - speech

προφορά
с. речь, речевая деятельность, дар речи; выговор, произношение, манера говорить; выступление, ораторское выступление, спич; язык, слова, диалект, говор, звучание, реплика

Αγγλικά → Ισπανικά - speech

προφορά
s. discurso, alocución, conferencia, disertación, peroración, perorata; habla, lenguaje; conversación, diálogo

Αγγλικά → Τουρκικά - speech

προφορά
i. konuşma, demeç, nutuk, hitabe, söylev, anlatma, savunma, konuşma yeteneği, söz söyleme, konuşma şekli, şive, dil, ses (enstrüman)

Αγγλικά → Ουκρανικά - speech

προφορά
n. мова, говірка, промова, говір

Γαλλικά → Αγγλικά - speech

προφορά
(m) n. (Informal) speech

Ισπανικά → Αγγλικά - speech

προφορά
n. speech, speaking ability; something that is communicated orally, something that is spoken

Αγγλικά → Ολλανδικά - speech

προφορά
zn. spraak; toespraak; lezing; taal

Γαλλικά → Ιταλικά - speech

προφορά
(formel) discorso (m); indirizzo (m); allocuzione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - speech

προφορά
(formel) discurso (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - speech

προφορά
(formel) discurso (m); alocución (f)

Ολλανδικά → Γαλλικά - speech

προφορά
(formeel) discours (m); speech (m); allocution (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - speech

προφορά
(formel) toespraak (m/f); speech (m); redevoering (f)

Αγγλικά → Αραβικά - speech

προφορά
‏حديث، خطاب، كلام، خطبة لغة، حديث كلام، خطبة، خطاب رسمي، لغة، لغة الكلام، طريقة الكلام، نطق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - speech

προφορά
(名) 演讲, 谈话, 说话

Αγγλικά → Κινεζικά - speech

προφορά
(名) 演講, 談話, 說話

Αγγλικά → Χίντι - speech

προφορά
n. वाणी, भाषा, भाषण, वचन, वार्तालाप, बोली, बोल, वाक्‌, वक्तृता, तक़रीर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - speech

προφορά
(名) 演説; 話術; 話法; 話しぶり; 話すこと; 言語; 会話; 言語学

Αγγλικά → Κορεατικά - speech

προφορά
명. 말하는 능력; 말하는 것; 대화; 말하는 태도; 방언; 연설법

Αγγλικά → Βιετναμικά - speech

προφορά
n. ngôn ngữ của một dân tộc, lời nói

Γερμανικά → Κινεζικά - speech

προφορά
[der] 发言。讲话。


© dictionarist.com