Αγγλικά → Ελληνικά - speculative

προφορά
επίθ. θεωρητικός, σκεπτικός, κερδοσκοπικός

Αγγλικά → Αγγλικά - speculative

προφορά
adj. intellectual; theoretical; of or pertaining to speculation
adj. speculative, intellectual; theoretical; of or pertaining to speculation
adj. speculative, notional

Αγγλικά → Γαλλικά - speculative

προφορά
adj. spéculatif, théorique; de spéculation

Αγγλικά → Γερμανικά - speculative

προφορά
adj. spekulativ; grüblerisch; theoretisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - speculative

προφορά
a. spekulatif, untung-untungan

Αγγλικά → Ιταλικά - speculative

προφορά
agg. ipotetico, congetturale, presumibile; speculativo, teorico; meditativo; speculatorio; rischioso

Αγγλικά → Πολωνικά - speculative

προφορά
a. spekulacyjny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - speculative

προφορά
adj. especulativo; teórico; de conhecimento; especulação

Αγγλικά → Ρουμανικά - speculative

προφορά
a. speculativ, teoretic, sprijini: care se sprijină pe presupunere, meditativ, gânditor, contemplativ

Αγγλικά → Ρωσικά - speculative

προφορά
прил. умозрительный, созерцательный, спекулятивный, теоретический, испытывающий, рискованный

Αγγλικά → Ισπανικά - speculative

προφορά
adj. especulativo, conjetural, hipotético, teórico

Αγγλικά → Τουρκικά - speculative

προφορά
s. spekülatif, kuramsal, teorik, kurgusal, kuruntulu, vesveseli, şüpheli

Αγγλικά → Ουκρανικά - speculative

προφορά
a. умоглядний, теоретичний, спекулятивний

Αγγλικά → Ολλανδικά - speculative

προφορά
bn. speculatief, bespiegelend, theoretisch

Αγγλικά → Αραβικά - speculative

προφορά
‏تفكري، تأملي، تضاربي في البورصة، تحزرى، فكري‏

Αγγλικά → Κινεζικά - speculative

προφορά
(形) 思索的; 纯理论的, 非实用性的; 推测的; 冒险性的, 不确定的

Αγγλικά → Κινεζικά - speculative

προφορά
(形) 思索的; 純理論的, 非實用性的; 推測的; 冒險性的, 不確定的

Αγγλικά → Χίντι - speculative

προφορά
a. काल्पनिक, विचारवान, विचार योग्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - speculative

προφορά
(形) 思案にふける; 推測の; 思弁的な; 投機的な

Αγγλικά → Κορεατικά - speculative

προφορά
형. 사색적인; 추리적인; 지적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - speculative

προφορά
a. suy nghĩ, thuộc về lý thuyết, quan sát, đầu cơ


© dictionarist.com