Αγγλικά → Ελληνικά - specialty

προφορά
ουσ. ειδικότης, ειδικότητα, σπεσιαλιτέ

Αγγλικά → Αγγλικά - specialty

προφορά
n. distinguishing mark, special quality; unique ability; field in which one specializes, area of expertise; something having special qualities or worth

Αγγλικά → Γαλλικά - specialty

προφορά
n. spécialité, marque distinctive, domaine de spécialisation; caractère spécifique; particularité, qualité particulière

Αγγλικά → Γερμανικά - specialty

προφορά
n. Besonderheit; Fach, Sachkenntnis

Αγγλικά → Ινδονησιακά - specialty

προφορά
n. bidang khusus, keahlian khusus, pegangan, ciri khas, seluk-beluk

Αγγλικά → Ιταλικά - specialty

προφορά
s. specialità, particolarità, singolarità; (Dir) contratto solenne; (Comm) articolo speciale; novità

Αγγλικά → Πορτογαλικά - specialty

προφορά
s. trabalho especial, especialismo; exclusividade

Αγγλικά → Ρωσικά - specialty

προφορά
с. специальность, особенность; подробность, подробности, детали

Αγγλικά → Ισπανικά - specialty

προφορά
s. especialidad, campo de especialidad, campo de trabajo, especialización, rama; contrato formal

Αγγλικά → Τουρκικά - specialty

προφορά
i. özellik, özel şey, özgü şey, spesiyalite, özel ürün, özel anlaşma, mühürlü sözleşme

Αγγλικά → Ουκρανικά - specialty

προφορά
n. спеціальність, фах, спеціалізація, особливість

Αγγλικά → Ολλανδικά - specialty

προφορά
zn. specialiteit

Αγγλικά → Αραβικά - specialty

προφορά
‏تخصص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - specialty

προφορά
(名) 专门, 特性, 特别

Αγγλικά → Κινεζικά - specialty

προφορά
(名) 專門, 特性, 特別

Αγγλικά → Χίντι - specialty

προφορά
n. विशेषता, विशेष धर्म, विशिष्टता, साधारण शर्त, विशिष्ट नियम-पत्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - specialty

προφορά
(名) 専門; 特製品; 特色

Αγγλικά → Κορεατικά - specialty

προφορά
명. 전문, 특별한 성질; 독특한 능력; 전문 분야; 특별한 가치가 있는 것

Αγγλικά → Βιετναμικά - specialty

προφορά
n. khế ước có đóng dấu


dictionary extension
© dictionarist.com