Αγγλικά → Ελληνικά - source

προφορά
ουσ. προέλευση, πηγή

Αγγλικά → Αγγλικά - source

προφορά
v. originate from; reveal the origin of something; obtain from a particular supplier
n. origin; starting point; source code (Computers)
n. spring, source, fountain; well, fountainhead

Αγγλικά → Γαλλικά - source

προφορά
n. source; origine; début; code source (informatique)

Αγγλικά → Γερμανικά - source

προφορά
v. herstammen; die Herkunft offenbaren; von einem bestimmten Lieferant erhalten
n. Quelle; (Comput) Originalcode

Αγγλικά → Ινδονησιακά - source

προφορά
n. mata air, sumber, asal, tampang, akar, biang

Αγγλικά → Ιταλικά - source

προφορά
s. sorgente; origine; povenienza; causa (inform.) codice d'origine

Αγγλικά → Πολωνικά - source

προφορά
n. źródło, pochodzenie, zarzewie, dostarczyciel {przen.}, krynica

Αγγλικά → Πορτογαλικά - source

προφορά
v. originar, dar origem a, motivar; revelar a fonte de algo; obter de um determinado fornecedor
s. origem; início, princípio; (informática) código de origem

Αγγλικά → Ρουμανικά - source

προφορά
n. izvor, sursă, fântână, început, origine, sorginte {înv.}, obârşie, focar, matcă

Αγγλικά → Ρωσικά - source

προφορά
с. верховье, исток, родник, источник, ключ; начало, первопричина; исходный текст

Αγγλικά → Ισπανικά - source

προφορά
v. originarse de, provenir de; revelar el origen de algo; obtener de un proveedor en particular
s. fuente, recurso; procedencia, causa, cimiento, origen; (inform.) código original

Αγγλικά → Τουρκικά - source

προφορά
i. kaynak, kaynakça, memba, yararlanılan kaynak, menşe

Αγγλικά → Ουκρανικά - source

προφορά
n. верхів'я, джерело, основа, першопричина, документ, походження, виприск, нора

Γαλλικά → Αγγλικά - source

προφορά
(f) n. spring, source, fountain; well, fountainhead

Αγγλικά → Ολλανδικά - source

προφορά
zn. origine, bron; afkomst; (in computers) originele kode, source

Γαλλικά → Γερμανικά - source

προφορά
n. quelle, quell, brunnen, born

Γαλλικά → Ιταλικά - source

προφορά
1. (cause) radice (f) 2. (nature) sorgente (m); fonte (m)
3. (eau) fonte (f) 4. (information) miniera (f)
5. (commencement) inizio (m); principio (m); origine (f); fonte (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - source

προφορά
1. (cause) raiz (f); fonte (f) 2. (nature) nascente (f); fonte (f)
3. (eau) fonte (f); nascente (f) 4. (information) fonte (f); mina (f)
5. (commencement) princípio (m); origem (f); fonte (f); começo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - source

προφορά
n. источник (f), родник (f), ключ (f), исток (f), первоисточник (f), начало (f), световой: световая шахта (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - source

προφορά
1. (cause) raíz (f) 2. (nature) manantial (m)
3. (eau) fuente (f) 4. (information) fuente (f); mina (f)
5. (commencement) principio (m); origen (m); comienzo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - source

προφορά
[la] kaynak

Γαλλικά → Ολλανδικά - source

προφορά
1. (cause) bron (m/f); kern (m/f) 2. (nature) bron (m/f)
3. (eau) bron (m/f) 4. (information) bron (m/f); goudmijn (m/f)
5. (commencement) begin (n); aanvang (m); oorsprong (m); bron (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - source

προφορά
‏سبب، مصدر، منبع، أصل، منشأ‏
‏باب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - source

προφορά
(名) 来源, 根源, 水源; 起点; 原始码 (计算机用语)

Αγγλικά → Κινεζικά - source

προφορά
(名) 來源, 根源, 水源

Αγγλικά → Χίντι - source

προφορά
n. निकास, स्रोत, उद्‌गम, बीज, आदि, मूल कारण, साधन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - source

προφορά
(名) 水源, 源泉, 源; 元, 原因; 情報源; (コンピュータ)ソースコード

Αγγλικά → Κορεατικά - source

προφορά
동. 출처를 명시하다
명. 원천, 근원, 출처, 지급인

Αγγλικά → Βιετναμικά - source

προφορά
n. nguồn, nguyên nhân


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: sourcing
Present: source (3.person: sources)
Past: sourced
Future: will source
Present conditional: would source
Present Perfect: have sourced (3.person: has sourced)
Past Perfect: had sourced
Future Perfect: will have sourced
Past conditional: would have sourced
© dictionarist.com