Αγγλικά → Ελληνικά - soul

προφορά
ουσ. ψυχή

Αγγλικά → Αγγλικά - soul

προφορά
n. spiritual part of a human being that is separate from the physical body; spirit; essence, core; personification; human being; emotion; personification; soul music
adj. drunk, intoxicated by alcohol, tanked, under the influence of alcohol, inebriated, stoned (Slang), intoxicated
n. soul, soul music

Αγγλικά → Γαλλικά - soul

προφορά
n. âme, esprit, souffle vital; sentiment; coeur; personne; personnification; soul music

Αγγλικά → Γερμανικά - soul

προφορά
n. Seele; Herz; Gefühl; Gemüt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - soul

προφορά
n. jiwa, sanubari, roh, sukma, tubuh halus, arwah, nyawa, semangat, orang, makhluk, mahluk

Αγγλικά → Ιταλικά - soul

προφορά
s. anima; animo, spirito; calore umano, umanità; sentimento, espressione; essere, persona; essenza; ispiratore

Αγγλικά → Πολωνικά - soul

προφορά
n. dusza, duch, istota, uosobienie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - soul

προφορά
s. alma, espírito, alma viva; sentimento, coração; criatura, habitante; canto; materialização

Αγγλικά → Ρουμανικά - soul

προφορά
n. suflet, spirit, simţire, inimă, duh, suflu {fig.}, energie, personificare, om, fiinţă, persoană, creştin, tip
a. sufletesc

Αγγλικά → Ρωσικά - soul

προφορά
с. душа, сердце, дух, сущность, образец, воплощение, энергия, энтузиазм, человек, негритянская музыка

Αγγλικά → Ισπανικά - soul

προφορά
s. alma, ánima, espíritu

Αγγλικά → Τουρκικά - soul

προφορά
i. ruh, can, gönül, kişi, kimse, öz, timsal

Αγγλικά → Ουκρανικά - soul

προφορά
n. душа, дух, суть
a. негритянський, душевний

Γερμανικά → Αγγλικά - soul

προφορά
n. soul

Ιταλικά → Αγγλικά - soul

προφορά
n. soul, soul music

Ισπανικά → Αγγλικά - soul

προφορά
n. soul, soul music

Αγγλικά → Ολλανδικά - soul

προφορά
zn. ziel; sterveling; geest; gevoel, hart; geestelijke liederen

Γαλλικά → Ιταλικά - soul

προφορά
(musique) musica soul; soul {invariable}

Γαλλικά → Πορτογαλικά - soul

προφορά
(musique) soul (m); música soul

Γαλλικά → Ισπανικά - soul

προφορά
(musique) música soul; soul (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - soul

προφορά
n. соул (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - soul

προφορά
(musica) musique soul; soul (m)

Πορτογαλικά → Γαλλικά - soul

προφορά
(música) musique soul; soul (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - soul

προφορά
(música) musique soul; soul (m)

Ολλανδικά → Γαλλικά - soul

προφορά
(muziek) musique soul; soul (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - soul

προφορά
(musique) soul-muziek (f); soul (f)

Αγγλικά → Αραβικά - soul

προφορά
‏نفس روح، روح محركة، ضمير، جوهر، ملهم، مجرك، قائد، الروح، روح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - soul

προφορά
(名) 灵魂, 精神, 心灵

Αγγλικά → Κινεζικά - soul

προφορά
(名) 靈魂, 精神, 心靈

Αγγλικά → Χίντι - soul

προφορά
n. आत्मा, शरीरात्मा, प्राण, रूह, जी, जीव, छाती, मानस, बुद्धि, तेज, सार, व्यक्ति, बल, शादर्श

Αγγλικά → Ιαπωνικά - soul

προφορά
(名) 魂; 精神; 本質的部分; 心

Αγγλικά → Κορεατικά - soul

προφορά
명. 영혼; 영, 정신; 핵심, 정수; 죽은 사람의 영혼; 화신; 감정; 소울 음악

Αγγλικά → Βιετναμικά - soul

προφορά
n. linh hồn, tâm hồn, người


dictionary extension
© dictionarist.com