Ιταλικά → Αγγλικά - sostentamento

προφορά
n. sustenance, maintenance, support, keep, upkeep

Ιταλικά → Γαλλικά - sostentamento

προφορά
(denaro) moyens d'existence; gagne-pain (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - sostentamento

προφορά
n. unterhaltung, versorgung, erhaltung, nahrung, ernährung, leben


dictionary extension
© dictionarist.com