Ιταλικά → Αγγλικά - sonoro

προφορά
adj. resonant, sonorous, loud, voiced, ringing

Πορτογαλικά → Αγγλικά - sonoro

προφορά
adj. reverberant, resonant; sonant, voiced; sonorous, sounding; vocal; vibrant

Ισπανικά → Αγγλικά - sonoro

προφορά
[sonoro] adj. rich, sonorous; voiced

Ιταλικά → Γαλλικά - sonoro

προφορά
1. (generale) retentissant; sonore
2. (suono) sonore
3. (tecnico) bande sonore

Ιταλικά → Γερμανικά - sonoro

προφορά
adj. tönend, klangvoll, volltönend, laut, stimmhaft, schallend, sonor

Πορτογαλικά → Γαλλικά - sonoro

προφορά
(som) sonore

Ισπανικά → Γαλλικά - sonoro

προφορά
(sonido) sonore

Ισπανικά → Γερμανικά - sonoro

προφορά
a. klangvoll, klanglich, volltönend, schallend, laut, stimmhaft, sonor

Ισπανικά → Ρωσικά - sonoro

προφορά
adj. звучный

Ισπανικά → Κορεατικά - sonoro

προφορά
adj. 울리는, 유성의


dictionary extension
© dictionarist.com