Ισπανικά → Αγγλικά - sondeo

προφορά
n. sounding, overture, probing, probe, canvass

Ισπανικά → Γαλλικά - sondeo

προφορά
(estadística) sondage (m); sondage d'opinion

Ισπανικά → Γερμανικά - sondeo

προφορά
n. sondierung, sondieren, loten, peilung, bohren

Ισπανικά → Ρωσικά - sondeo

προφορά
n. зондирование

Ισπανικά → Κορεατικά - sondeo

προφορά
n. 투표


dictionary extension
© dictionarist.com