Αγγλικά → Ελληνικά - somebody

προφορά
ουσ. κάποιος, κάποια

Αγγλικά → Αγγλικά - somebody

προφορά
n. important person
pron. some person, unspecified person

Αγγλικά → Γαλλικά - somebody

προφορά
n. personne importante; pas n'importe qui; quelqu'un qui compte
pron. quelqu'un

Αγγλικά → Γερμανικά - somebody

προφορά
n. "Jemand"; Persönlichkeit
pron. jemand

Αγγλικά → Ινδονησιακά - somebody

προφορά
n. anu: si anu
pron. seseorang, seorang, ada yg

Αγγλικά → Ιταλικά - somebody

προφορά
pron. qualcuno, qualcheduno

Αγγλικά → Πολωνικά - somebody

προφορά
n. człowiek ważny
pron. ktoś

Αγγλικά → Πορτογαλικά - somebody

προφορά
s. personalidade, pessoa importante, "alguém"
pron. alguém

Αγγλικά → Ρουμανικά - somebody

προφορά
n. personalitate, om
pron. careva, cineva, vreunul

Αγγλικά → Ρωσικά - somebody

προφορά
с. кто-то, кто-нибудь, кое-кто, кто-либо

Αγγλικά → Ισπανικά - somebody

προφορά
s. persona de influencia
pron. alguien, alguno/a

Αγγλικά → Τουρκικά - somebody

προφορά
i. önemli kimse, birisi, şahsiyet, biri, bazısı, kimisi, kimse

Αγγλικά → Ουκρανικά - somebody

προφορά
n. персона: важна персона, такий-то, цяця
pron. хтось, дехто, хто-небудь, котрийсь

Αγγλικά → Ολλανδικά - somebody

προφορά
zn. (een zeker) iemand
vnw. iemand

Αγγλικά → Αραβικά - somebody

προφορά
‏شخص هام‏
‏شخص ما‏

Αγγλικά → Κινεζικά - somebody

προφορά
(名) 了不起的人, 大人物

Αγγλικά → Κινεζικά - somebody

προφορά
(名) 了不起的人, 大人物

Αγγλικά → Χίντι - somebody

προφορά
pron. कोई एक, कोई न कोई, कोई व्यक्ति, कोई मनुष्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - somebody

προφορά
(代) ある人; 誰か
(名) 大物; 著名人; 重要人物

Αγγλικά → Κορεατικά - somebody

προφορά
명. 어떤 사람
대명. 특정되지 안은 누구, 어떤사람

Αγγλικά → Βιετναμικά - somebody

προφορά
pron. người nào, có ai, có người


dictionary extension
© dictionarist.com