Αγγλικά → Ελληνικά - sobriety

προφορά
ουσ. νηφαλιότης, νηφαλιότητα, εγκράτεια

Αγγλικά → Αγγλικά - sobriety

προφορά
n. calmness, seriousness; temperance, abstention or moderation in the consumption of alcoholic beverages

Αγγλικά → Γαλλικά - sobriety

προφορά
n. sobriété; lucidité de l'esprit

Αγγλικά → Γερμανικά - sobriety

προφορά
n. Nüchternheit; Ernsthaftigkeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sobriety

προφορά
n. mabuk: keadaan tdk mabuk, ketenangan, kepala dingin: hal kepala dingin

Αγγλικά → Ιταλικά - sobriety

προφορά
s. sobrietà; temperanza, moderazione; serietà; solennità

Αγγλικά → Πολωνικά - sobriety

προφορά
n. trzeźwość, rzeczowość

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sobriety

προφορά
s. sobriedade; bom senso

Αγγλικά → Ρουμανικά - sobriety

προφορά
n. sobrietate, cumpătare, seriozitate, calm, linişte, înţelepciune, bun-simţ, măsură, trezire

Αγγλικά → Ρωσικά - sobriety

προφορά
с. трезвость, умеренность, уравновешенность, рассудительность

Αγγλικά → Ισπανικά - sobriety

προφορά
s. sobriedad, temperancia

Αγγλικά → Τουρκικά - sobriety

προφορά
i. ağırbaşlık, itidal

Αγγλικά → Ουκρανικά - sobriety

προφορά
n. тверезість, поміркованість, розсудливість, холоднокровність

Αγγλικά → Ολλανδικά - sobriety

προφορά
zn. nuchterheid; gematigdheid; kalmte; ernst

Αγγλικά → Αραβικά - sobriety

προφορά
‏رصانة، رزانة، رجاحة عقل، إعتدال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sobriety

προφορά
(名) 清醒; 有节制; 冷静; 适度

Αγγλικά → Κινεζικά - sobriety

προφορά
(名) 清醒; 有節制; 冷靜; 適度

Αγγλικά → Χίντι - sobriety

προφορά
n. नशे में न होना, संयम, बुद्धिमत्ता, गांभीर्य, सादगी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sobriety

προφορά
(名) しらふ; 禁酒; まじめ; 冷静; 真剣

Αγγλικά → Κορεατικά - sobriety

προφορά
명. 진지함, 침착함; 술 취하지 않음, 맑은 정신

Αγγλικά → Βιετναμικά - sobriety

προφορά
n. sự điều độ


dictionary extension
© dictionarist.com