Αγγλικά → Ελληνικά - slacken

προφορά
ρήμ. χαλαρώνω, κόβω, χαλαρούμαι

Αγγλικά → Αγγλικά - slacken

προφορά
v. slow down, decelerate; loosen; ease, make less intense

Αγγλικά → Γαλλικά - slacken

προφορά
v. dégager, ralentir, affaiblir, détendre; se modérer,descendre, diminuer; s'ébranler

Αγγλικά → Γερμανικά - slacken

προφορά
v. schlaff machen, werden; verringern; nachlassen; (sich) lockern, entspannen, verlangsamen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - slacken

προφορά
v. melambatkan, mengendurkan, memperlambat, memperlambatkan, melambankan, mengurangi, memudarkan, mengendur

Αγγλικά → Ιταλικά - slacken

προφορά
v. allentare, diminuire la tensione di, mollare; (fig) ridurre

Αγγλικά → Πολωνικά - slacken

προφορά
v. opuszczać się, popuścić, luzować, obluzować, poluzować, rozluźniać, zluźniać, rozluźniać dyscyplinę, osłabnąć, słabnąć, zwolnieć, odprężać, łagodnieć, maleć, sfolgować, popuszczać, rozluźnić, zluźnić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - slacken

προφορά
v. afrouxar, enfraquecer; abrandar; diminuir; oscilar; vacilar

Αγγλικά → Ρουμανικά - slacken

προφορά
v. încetini, slăbi, destinde: se destinde, reduce, stăvili, stagna, tânji, domoli: se domoli

Αγγλικά → Ρωσικά - slacken

προφορά
г. замедлять, ослаблять, понежиться

Αγγλικά → Ισπανικά - slacken

προφορά
v. disminuir, reducir; flojear, blandear, desapretar, desmayar, flaquear, relajar, remitir

Αγγλικά → Τουρκικά - slacken

προφορά
f. gevşetmek, gevşemek, yavaşlatmak, yavaşlamak, hız kesmek, koyvermek, tembellik etmek, boşlamak, durgunlaşmak, sakinleşmek, laçka etmek, söndürmek (kireç)

Αγγλικά → Ουκρανικά - slacken

προφορά
v. сповільнюватися, зменшувати, ослабляти, погіршуватися, сповільнювати, зільжити

Αγγλικά → Ολλανδικά - slacken

προφορά
ww. verslappen, zich ontspannen; verminderen, afnemen

Αγγλικά → Αραβικά - slacken

προφορά
‏خفف السرعة، توانى، أضعف، تراخى، إرتخى، أبطأ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - slacken

προφορά
(动) 放松, 使松弛; 减弱; 减缓; 变松弛; 变迟缓; 变缓慢; 减弱

Αγγλικά → Κινεζικά - slacken

προφορά
(動) 放鬆, 使鬆弛; 減弱; 減緩; 變鬆弛; 變遲緩; 變緩慢; 減弱

Αγγλικά → Χίντι - slacken

προφορά
v. शिथिल करना, मंद करना, कम करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - slacken

προφορά
(動) ゆるめる; ロープをゆるめる; たるませる; 弱める; 弱まる

Αγγλικά → Κορεατικά - slacken

προφορά
동. 늦추다, 감소시키다; 느슨해지다, 늘어지다; 헐렁하게 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - slacken

προφορά
v. làm chậm lại, làm giãm bớt, chạy chậm lại, làm lỏng, làm dịu bớt


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: slackening
Present: slacken (3.person: slackens)
Past: slackened
Future: will slacken
Present conditional: would slacken
Present Perfect: have slackened (3.person: has slackened)
Past Perfect: had slackened
Future Perfect: will have slackened
Past conditional: would have slackened
© dictionarist.com