Αγγλικά → Ελληνικά - sizable

προφορά
επίθ. ευμεγέθης, μεγάλος

Αγγλικά → Αγγλικά - sizable

προφορά
adj. fairly large, quite big (also sizeable)

Αγγλικά → Γαλλικά - sizable

προφορά
adj. considérable, d'une grande taille; assez grand

Αγγλικά → Γερμανικά - sizable

προφορά
adj. groß, ziemlich groß

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sizable

προφορά
a. besar: agak besar, cukup besar, lumayan, tebal

Αγγλικά → Ιταλικά - sizable

προφορά
agg. considerevole, piuttosto grande

Αγγλικά → Πολωνικά - sizable

προφορά
a. spory

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sizable

προφορά
adj. de tamanho considerável, de bom tamanho

Αγγλικά → Ρουμανικά - sizable

προφορά
a. barosan

Αγγλικά → Ρωσικά - sizable

προφορά
прил. порядочного размера, значительный, немалый

Αγγλικά → Ισπανικά - sizable

προφορά
adj. grande

Αγγλικά → Τουρκικά - sizable

προφορά
s. büyükçe, oldukça büyük

Αγγλικά → Ουκρανικά - sizable

προφορά
a. чималий, об'ємний, товстий

Αγγλικά → Ολλανδικά - sizable

προφορά
bn. vrij groot, flink

Αγγλικά → Αραβικά - sizable

προφορά
‏كبير، ضخم، كبير الحجم، عظيم، مهم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sizable

προφορά
(形) 相当大的; 大小方便的; 大小相当的

Αγγλικά → Κινεζικά - sizable

προφορά
(形) 相當大的; 大小方便的; 大小相當的

Αγγλικά → Χίντι - sizable

προφορά
a. बड़ा, विशाल-काय, मोटा, बड़े आकार का, महसूस, काफ़ी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sizable

προφορά
(形) かなり大きな, 巨大な

Αγγλικά → Κορεατικά - sizable

προφορά
형. 상당한 크기의

Αγγλικά → Βιετναμικά - sizable

προφορά
a. khá cao, khá lớn


dictionary extension
© dictionarist.com