Αγγλικά → Ελληνικά - singular

προφορά
ουσ. ενικός αριθμός
επίθ. ασυνήθης, μοναδικός, ενικός

Αγγλικά → Αγγλικά - singular

προφορά
n. form of a word that designates only one referent (Grammar)
adj. single; remarkable, exceptional; unique; odd, queer
n. singular, form of a word that designates only one referent (Grammar)

Αγγλικά → Γαλλικά - singular

προφορά
n. singulier, forme singulière (grammaire)
adj. singulier; rare, remarquable; bizarre

Αγγλικά → Γερμανικά - singular

προφορά
n. Singular, Einzahl (grammatischer Begriff)
adj. einzeln; einzig in seiner Art, ungewöhnlich; einzig; seltsam, anders

Αγγλικά → Ινδονησιακά - singular

προφορά
n. bentuk tunggal
a. tunggal, luar biasa, istimewa, umum: tdk umum, aneh, ganjil

Αγγλικά → Ιταλικά - singular

προφορά
s. (Gramm) singolare
agg. eccezionale, straordinario, singolare; originale, strano, eccentrico, bizzarro; unico, a sé

Αγγλικά → Πολωνικά - singular

προφορά
n. liczba pojedyncza {gram.}
a. pojedynczy {gram.}, indywidualny, osobliwy, niezwykły, dziwny, dziwaczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - singular

προφορά
s. único, singular (na gramática)
adj. singular; especial, fora-de-série; exclusivo; esquisito, diferente

Αγγλικά → Ρουμανικά - singular

προφορά
a. neobişnuit, ciudat, caraghios, bizar, straniu, singular, unic, simplu, deosebit, izbitor

Αγγλικά → Ρωσικά - singular

προφορά
с. единственное число, слово в единственном числе
прил. исключительный, необыкновенный, единственный, странный, необычайный, своеобразный

Αγγλικά → Ισπανικά - singular

προφορά
s. (Gram.) el (género) singular
adj. singular

Αγγλικά → Τουρκικά - singular

προφορά
i. tekil isim
s. tekil, tek, kişisel, bireysel, eşsiz, olağandışı, acayip, tuhaf

Αγγλικά → Ουκρανικά - singular

προφορά
n. однина, окремий предмет
a. винятковий, чудний, єдиний, самітний

Γερμανικά → Αγγλικά - singular

προφορά
n. singular

Πορτογαλικά → Αγγλικά - singular

προφορά
adj. particular, peculiar; novel, quaint; remarkable, singular; special, strange

Ρουμανικά → Αγγλικά - singular

a. singular, peculiar

Ισπανικά → Αγγλικά - singular

προφορά
adj. odd, remarkable, singular

Αγγλικά → Ολλανδικά - singular

προφορά
zn. enkelvoud
bn. enig; apart, speciaal, ongewoon; van speciale aard; vreemd, eigenaardig

Γερμανικά → Γαλλικά - singular

προφορά
n. singulier (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - singular

προφορά
n. singolare {gramm.} (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - singular

προφορά
n. единственное число (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - singular

προφορά
n. singular (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - singular

προφορά
i. tekil (m)

Πορτογαλικά → Γαλλικά - singular

προφορά
1. (hábito) étrange; bizarre; curieux 2. (comparação) unique; seul en son genre
3. (qualidade) singulier; unique 4. (lingüística) singulier
5. (comportamento) singulier 6. (lingüística) singulier (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - singular

προφορά
1. (hábito) étrange; bizarre; curieux 2. (calidad) singulier; unique
3. (lingüística) singulier 4. (comportamiento) singulier
5. (excepcional) exceptionnel; extraordinaire 6. (lingüística) singulier (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - singular

προφορά
n. einzahl, singular
a. einzeln, singulär, einzigartig, besondere, ausnehmend, außerordentlich, originell, kurios, selten, seltsam, merkwürdig, sonderbar, eigenartig, sonderlich, absonderlich, wunderlich

Ισπανικά → Ρωσικά - singular

προφορά
adj. единственный, единичный

Αγγλικά → Αραβικά - singular

προφορά
‏صيغة المفرد، المفرد‏
‏فذ، شاذ، شخصي، رائع، إستثنائي، مفرد، فردي، فريد، غريب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - singular

προφορά
(名) 单数
(形) 单数的; 独个的; 单一的; 非凡的, 卓越的

Αγγλικά → Κινεζικά - singular

προφορά
(名) 單數
(形) 單數的; 獨個的; 單一的; 非凡的, 卓越的

Αγγλικά → Χίντι - singular

προφορά
n. एकवचन, इकलौता बच्चा
a. एक, अकेला, अद्‌भुत, अपूर्व, अनोखा, विलक्षण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - singular

προφορά
(形) 単数の; 並外れた; 奇妙な
(名) 単数

Αγγλικά → Κορεατικά - singular

προφορά
명. 단수, 단수형(문법)
형. 단 하나의, 한사람의, 단일의; 주목할 만한, 예외적인; 독특한; 괴짜의, 이상한

Αγγλικά → Βιετναμικά - singular

προφορά
n. số ít, số đơn
a. đặc biệt, hiếm có, lạ lùng

Γερμανικά → Κινεζικά - singular

προφορά
[der]单数。

Ισπανικά → Κορεατικά - singular

προφορά
adj. 여분의, 독신의


dictionary extension
© dictionarist.com