Πορτογαλικά → Αγγλικά - simpatizante

προφορά
n. sympathizer, well-wisher

Ισπανικά → Αγγλικά - simpatizante

προφορά
adj. sympathizer

Ισπανικά → Γερμανικά - simpatizante

προφορά
n. gesinnungsgenosse, sympathisant, mitläufer
a. gleichgesinnt, sympathisierend

Ισπανικά → Ρωσικά - simpatizante

προφορά
adj. симпатизирующий, сочувствующий

Ισπανικά → Κορεατικά - simpatizante

προφορά
adj. 동정하는, 지지하는


dictionary extension
© dictionarist.com