Αγγλικά → Ινδονησιακά - shut-in

προφορά
a. terkurung, mengasingkan diri: yg mau mengasingkan diri, bungkam

Αγγλικά → Ιταλικά - shut-in

προφορά
agg. soffocamento : di soffocamento

Αγγλικά → Ρωσικά - shut-in

προφορά
с. лежачий больной
прил. не выходящий из дому, лежачий, замкнутый, нелюдимый

Αγγλικά → Ισπανικά - shut-in

προφορά
adj. encerrado, introvertido
s. enfermo guardando cama (m)

Αγγλικά → Ουκρανικά - shut-in

προφορά
n. лежачий хворий
a. недоступний, відлюдний, замкнений

Αγγλικά → Ολλανδικά - shut-in

προφορά
bn. afgezonderd

Αγγλικά → Αραβικά - shut-in

προφορά
‏قعيد البيت، مغلق، متكتم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - shut-in

προφορά
adj. 诡密的 (guı3 mı4 de5)

Αγγλικά → Κινεζικά - shut-in

προφορά
adj. 詭密的 (guı3 mı4 de5)

Αγγλικά → Χίντι - shut-in

προφορά
a. बंद, मुंहबंद, एकांतपिय


© dictionarist.com