Αγγλικά → Ελληνικά - shrivel

προφορά
ρήμ. ζαρώνω, συστέλλω, συστέλλομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - shrivel

προφορά
v. shrink and dry up, wither; cause to wither, cause to dry out; dwindle, decline, decrease in strength or intensity

Αγγλικά → Γαλλικά - shrivel

προφορά
v. se ratatiner; se dessécher, se flétrir, se faner; dessécher

Αγγλικά → Γερμανικά - shrivel

προφορά
v. einschrumpfen (lassen); vergehen (lassen); schrumpeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - shrivel

προφορά
v. layu: menjadi layu, mengerut, melayukan, mengeruntukan, mengisuntukan

Αγγλικά → Ιταλικά - shrivel

προφορά
v. raggrinzirsi, raggrinzarsi, avvizzire

Αγγλικά → Πολωνικά - shrivel

προφορά
v. zeschnąć, uschnąć, zeschnąć się, pokurczyć, kurczyć, pomarszczyć, zsychać, usychać, skurczać, skurczyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - shrivel

προφορά
v. franzir; encolher; murchar; enrugar; encarquilhar

Αγγλικά → Ρουμανικά - shrivel

προφορά
v. contracta: se contracta, zgârci, încreţi, scoroji, smochini, zgribuli, stafidi, arde, cocoloşi

Αγγλικά → Ρωσικά - shrivel

προφορά
г. высыхать, вянуть, сморщиваться, съеживаться

Αγγλικά → Ισπανικά - shrivel

προφορά
v. arrugarse

Αγγλικά → Τουρκικά - shrivel

προφορά
f. kırıştırmak, buruşturmak, büzmek, kurutmak, kırış kırış yapmak, kırışmak, buruşmak, içi geçmek, aciz duruma düşmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - shrivel

προφορά
v. висихати, зіщулюватися, висушувати, корчити, насуплювати, нітитися

Αγγλικά → Ολλανδικά - shrivel

προφορά
ww. verschrompelen, uitdrogen

Αγγλικά → Αραβικά - shrivel

προφορά
‏تقلص، تغضن، إخشوشن، تصلب، وهن، تجعد، ذبل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - shrivel

προφορά
(动) 枯萎; 皱缩; 干枯; 变得束手无策; 使枯萎, 使干枯; 使束手无策; 使皱缩; 使无能为力

Αγγλικά → Κινεζικά - shrivel

προφορά
(動) 枯萎; 皺縮; 乾枯; 變得束手無策; 使枯萎, 使乾枯; 使束手無策; 使皺縮; 使無能為力

Αγγλικά → Χίντι - shrivel

προφορά
v. सूखना, झुरना, मुरझाना, कुंहलाना, सिकुड़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - shrivel

προφορά
(動) しなびる; しわが寄る; しぼむ

Αγγλικά → Κορεατικά - shrivel

προφορά
동. 주름지다, 시들다; 주름지게 하다, 말라 시들게 하다; 무력해지다

Αγγλικά → Βιετναμικά - shrivel

προφορά
v. làm nhăn lại, co lại, teo lại


Χρονοι ρηματων

Present participle: shrivel(l)ing
Present: shrivel (3.person: shrivels)
Past: shrivel(l)ed
Future: will shrivel
Present conditional: would shrivel
Present Perfect: have shrivel(l)ed (3.person: has shrivel(l)ed)
Past Perfect: had shrivel(l)ed
Future Perfect: will have shrivel(l)ed
Past conditional: would have shrivel(l)ed
© dictionarist.com