Αγγλικά → Ελληνικά - shriek

προφορά
ουσ. οξεία κραυγή
ρήμ. κραυγάζω οξέως, σκούζω, στριγκλίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - shriek

προφορά
n. scream, loud shrill cry, screech
v. scream, cry out in a loud shrill voice, screech

Αγγλικά → Γαλλικά - shriek

προφορά
n. cri strident, clameur
v. hurler; crier

Αγγλικά → Γερμανικά - shriek

προφορά
n. (Angst) Schrei; Gekreisch; Pfeifen
v. schreien, kreischen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - shriek

προφορά
n. jeritan, pekikan, ketawa terbahak-bahak, kertak
v. menjerit, berteriak, bersesuaian: tdk bersesuaian

Αγγλικά → Ιταλικά - shriek

προφορά
s. grido, strillo, urlo; strido
v. strillare, urlare, gridare; fare una risata stridula; stridere

Αγγλικά → Πολωνικά - shriek

προφορά
n. wrzask
v. wrzasnąć, zawrzeszczeć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - shriek

προφορά
s. som agudo, berro, grito
v. gritar, emitir som agudo

Αγγλικά → Ρουμανικά - shriek

προφορά
n. ţipăt, strigăt, chiot, chiu, chiuitură
v. striga, ţipa, scoate strigăte, chirăi, chiui

Αγγλικά → Ρωσικά - shriek

προφορά
с. пронзительный крик, визг, скрип, скрежет
г. пронзительно кричать, вопить, визжать, выкрикивать

Αγγλικά → Ισπανικά - shriek

προφορά
s. chillido, alarido, berrido, grito
v. chillar, gritar, pegar alaridos, pegar grandes gritos, pegar gritos

Αγγλικά → Τουρκικά - shriek

προφορά
f. acı acı bağırmak, çığlık atmak, feryat etmek, yırtınmak, avazı çıktığı kadar bağırmak
i. çığlık, acı feryat, yaygara

Αγγλικά → Ουκρανικά - shriek

προφορά
n. зойк, скрипіння
v. верещати, викрикувати, зойкати, вити, скрикувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - shriek

προφορά
zn. schreeuw, gil
ww. gillen, gieren (v.h. lachen)

Αγγλικά → Αραβικά - shriek

προφορά
‏صرخة، صرخة ذعر‏
‏صرخ، زعق، صاح بصوت عالي، أطلق صيحة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - shriek

προφορά
(名) 尖叫, 尖声喊叫, 尖声
(动) 尖叫, 发出尖锐的声音; 尖声发出

Αγγλικά → Κινεζικά - shriek

προφορά
(名) 尖叫, 尖聲喊叫, 尖聲
(動) 尖叫, 發出尖銳的聲音; 尖聲發出

Αγγλικά → Χίντι - shriek

προφορά
n. चीक, चिल्लाहट, पुकार, किटकिटाहट, कटकट
v. ज़ोर से चिल्लाना, चीख़ना, ठहाका मारकर हँसना, गला फाड़ना, किकियाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - shriek

προφορά
(名) 金切り声; かん高い笑い声; 悲鳴; 鋭い音
(動) 金切り声を上げる; 悲鳴をあげる

Αγγλικά → Κορεατικά - shriek

προφορά
명. 비명
동. 비명을 지르다, 꽥소리를 지르다

Αγγλικά → Βιετναμικά - shriek

προφορά
n. tiếng kêu xé tai
v. la, hét


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: shrieking
Present: shriek (3.person: shrieks)
Past: shrieked
Future: will shriek
Present conditional: would shriek
Present Perfect: have shrieked (3.person: has shrieked)
Past Perfect: had shrieked
Future Perfect: will have shrieked
Past conditional: would have shrieked
© dictionarist.com