Αγγλικά → Ελληνικά - showy

προφορά
επίθ. επιδεικτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - showy

προφορά
adj. ostentatious, flamboyant, pompous

Αγγλικά → Γαλλικά - showy

προφορά
adj. tapageur

Αγγλικά → Γερμανικά - showy

προφορά
adj. prächtig, protzig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - showy

προφορά
a. mengesankan: yg mengesankan, indah, menyolok, menyolok mata, menarik: yg menarik perhatian

Αγγλικά → Ιταλικά - showy

προφορά
agg. pomposo, ostentato; appariscente, vistoso

Αγγλικά → Πολωνικά - showy

προφορά
a. paradny, efektowny, efekciarski, fasadowy, odświętny, ozdobny, pretensjonalny, krzykliwy, błyskotliwy, aktorski

Αγγλικά → Πορτογαλικά - showy

προφορά
adj. esplendoroso, gritante, ruidoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - showy

προφορά
a. arătos, aspectuos, plăcea: care place, fastuos, ţipător

Αγγλικά → Ρωσικά - showy

προφορά
прил. эффектный, яркий, кричащий, пышный, безвкусный, показной

Αγγλικά → Ισπανικά - showy

προφορά
adj. ostentoso, aparatoso, bambollero, chillón, cursi, de moda ostentosa, de relumbrón, llamativo, rozagante, vistoso

Αγγλικά → Τουρκικά - showy

προφορά
s. gösterişli, cafcaflı, çarpıcı, havalı, fiyakalı, şatafatlı, gösterişçi, tantanalı

Αγγλικά → Ουκρανικά - showy

προφορά
a. показний, ефектний, кричущий, блискучий

Αγγλικά → Ολλανδικά - showy

προφορά
bn. prachtig, opvallend; pronkerig, opzichtig

Αγγλικά → Αραβικά - showy

προφορά
‏رائع، مبهرج، لامع، تفاخري، صارخ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - showy

προφορά
(形) 浮华的, 炫耀的, 艳丽的

Αγγλικά → Κινεζικά - showy

προφορά
(形) 浮華的, 炫耀的, 豔麗的

Αγγλικά → Χίντι - showy

προφορά
a. असर डालनेवाला, प्रभाव डालनेवाला, प्रभावशाली, शानदार, उज्ज्वल, दिखावटी, ज़ाहिरदार

Αγγλικά → Ιαπωνικά - showy

προφορά
(形) 目だつ; けばけばしい

Αγγλικά → Κορεατικά - showy

προφορά
형. 눈에 띄는, 화려한, 허세부리는

Αγγλικά → Βιετναμικά - showy

προφορά
a. lòe lẹt, hay khoe khoang


dictionary extension
© dictionarist.com