Αγγλικά → Ελληνικά - shorts

προφορά
ουσ. κοντό παντελόνι, κοντό εσώβρακο, σορτσ

Αγγλικά → Γαλλικά - shorts

προφορά
n. slip (m), short (m)

Αγγλικά → Γερμανικά - shorts

προφορά
n. shorts (pl), hose : kurze hose (f)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - shorts

προφορά
n. celana pendek, katok, celana dalam, celana kolor, kolor

Αγγλικά → Ιταλικά - shorts

προφορά
s. calzoncini corti (m), pantaloncini (mpl), shorts (m), calzoncini (m)

Αγγλικά → Πολωνικά - shorts

προφορά
n. szorty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - shorts

προφορά
s. short, calção (m), calças curtas

Αγγλικά → Ρουμανικά - shorts

προφορά
n. şort

Αγγλικά → Ρωσικά - shorts

προφορά
с. шорты (PL), трусики (PL)

Αγγλικά → Ισπανικά - shorts

προφορά
s. calzón (m), calzones (mpl), pantalones cortos (mpl), shorts (mpl), calzoncillos (mpl), bragueta (f)

Αγγλικά → Τουρκικά - shorts

προφορά
i. şort, kısa pantolon, külot

Αγγλικά → Ουκρανικά - shorts

προφορά
n. шорти, труси, січка, відходи

Γερμανικά → Αγγλικά - shorts

προφορά
n. sho rts

Ιταλικά → Αγγλικά - shorts

προφορά
n. shorts, pants that end above the knee

Ισπανικά → Αγγλικά - shorts

προφορά
n. shorts

Ολλανδικά → Αγγλικά - shorts

προφορά
n. sho rts

Αγγλικά → Ολλανδικά - shorts

προφορά
zn. shorts, broek : korte broek, kniebroek, meel : grof meel met zemelen

Γερμανικά → Γαλλικά - shorts

προφορά
n. short (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - shorts

προφορά
n. pantaloncini corti (pl)

Γερμανικά → Ρωσικά - shorts

προφορά
n. шорты (pl)

Γερμανικά → Ισπανικά - shorts

προφορά
n. pantalones cortos (pl), short (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - shorts

προφορά
i. şort (PL)

Ιταλικά → Γαλλικά - shorts

προφορά
(abbigliamento) short (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - shorts

προφορά
(vestuario) short (m)

Ισπανικά → Ρωσικά - shorts

προφορά
n. шорты

Ολλανδικά → Γαλλικά - shorts

προφορά
(kleding) short (m)

Αγγλικά → Αραβικά - shorts

προφορά
‏سروال قصير، شورت، سراويل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - shorts

προφορά
n. 短裤 (duan3 ku4), 衩 (cha3)

Αγγλικά → Κινεζικά - shorts

προφορά
n. 短褲 (duan3 ku4), 衩 (cha3)

Αγγλικά → Χίντι - shorts

προφορά
n. घटने तक का पायजामा, जाँघिया, कूड़ा-कर्कट

Αγγλικά → Ιαπωνικά - shorts

προφορά
(名) パンツ, ショートパンツ

Αγγλικά → Κορεατικά - shorts

προφορά
명. 반바지, 팬티

Αγγλικά → Βιετναμικά - shorts

προφορά
n. quần sọt, quần đùi, âm ngắn

Γερμανικά → Κινεζικά - shorts

προφορά
[die]运动短裤。


dictionary extension
© dictionarist.com