Αγγλικά → Ελληνικά - shimmer

προφορά
ουσ. λαμπύρισμα
ρήμ. μαρμαίνω, λαμπυρίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - shimmer

προφορά
n. glimmer, gleam; flickering light
v. emit a soft flickering light, glimmer, glisten, gleam; quiver, flicker, waver

Αγγλικά → Γαλλικά - shimmer

προφορά
n. miroitement, chatoiement
v. miroiter, chatoyer

Αγγλικά → Γερμανικά - shimmer

προφορά
n. Schimmer
v. schimmern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - shimmer

προφορά
n. cahaya yg berkilau-kilau, kilau, cahaya gemerlap
v. berkilau, berkelip-kelip, berkelip

Αγγλικά → Ιταλικά - shimmer

προφορά
s. brillio, scintillio, luccicore
v. luccicare, brillare, scintillare

Αγγλικά → Πολωνικά - shimmer

προφορά
n. migotanie, lśnienie
v. migotać, błyszczeć, lśnić, iskrzyć się, błysnąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - shimmer

προφορά
s. tremulação, cintilação, brilho
v. brilhar, cintilar, tremular

Αγγλικά → Ρουμανικά - shimmer

προφορά
n. licărire, sclipire
v. licări, sclipi, albi

Αγγλικά → Ρωσικά - shimmer

προφορά
с. мерцание, слабый отблеск
г. мерцать, блестеть

Αγγλικά → Ισπανικά - shimmer

προφορά
s. luz trémula, resplandor tenue, viso
v. brillar, brillar tenuemente, relucir, rielar

Αγγλικά → Τουρκικά - shimmer

προφορά
f. pırıl pırıl olmak, pırıldamak, parıldamak
i. pırıltı, parıltı, titrek ışık

Αγγλικά → Ουκρανικά - shimmer

προφορά
n. блимання, блимаючий: блимаюче світло
v. блимати

Αγγλικά → Ολλανδικά - shimmer

προφορά
zn. glinstering, glans
ww. glinsteren, zacht glanzen, zacht schijnen

Αγγλικά → Αραβικά - shimmer

προφορά
‏وميض‏
‏أومض، تلألأ، جعله يومض، أوعد، برق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - shimmer

προφορά
(名) 微光, 闪光
(动) 发微光, 闪光; 闪烁

Αγγλικά → Κινεζικά - shimmer

προφορά
(名) 微光, 閃光
(動) 發微光, 閃光; 閃爍

Αγγλικά → Χίντι - shimmer

προφορά
n. जगमगाहट, टिमटिमाहट
v. जगमगाना, टिमटिमाना, चमकना, दगदगाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - shimmer

προφορά
(動) ちらちら光る, 瞬く
(名) 微光

Αγγλικά → Κορεατικά - shimmer

προφορά
명. 반짝임; 깜박거림
동. 아른 아른 빛나다, 희미하게 빛나다; 반짝거리다, 깜박거리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - shimmer

προφορά
n. ánh sáng lớ mớ
v. chiếu sáng, nhấp nhoáng


Χρονοι ρηματων

Present participle: shimmering
Present: shimmer (3.person: shimmers)
Past: shimmered
Future: will shimmer
Present conditional: would shimmer
Present Perfect: have shimmered (3.person: has shimmered)
Past Perfect: had shimmered
Future Perfect: will have shimmered
Past conditional: would have shimmered
© dictionarist.com