Αγγλικά → Ελληνικά - sewer

προφορά
ουσ. οχετός, υπόνομος, μοδίστρα, ράπτης, ράπτων

Αγγλικά → Αγγλικά - sewer

προφορά
n. drainage pipe, pipe that carries away waste water; tailor, one who sews

Αγγλικά → Γαλλικά - sewer

προφορά
n. canalisation d'égout, égout, canal; couturier, tailleur

Αγγλικά → Γερμανικά - sewer

προφορά
n. Kanalisationsrohr; Abwasserkanal

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sewer

προφορά
n. penjahit, tukang jahit, got, selokan air kotoran

Αγγλικά → Ιταλικά - sewer

προφορά
s. fogna, fognatura, cloaca, tubi delle acque di scarico; sarto, sarta

Αγγλικά → Πολωνικά - sewer

προφορά
n. krawiec, krawcowa, szwaczka, kanał ściekowy
v. kanalizować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sewer

προφορά
s. cano de esgoto, encanamento, esgoto; costureiro, alfaiate

Αγγλικά → Ρουμανικά - sewer

προφορά
n. canal, canal de scurgere, şanţ de scurgere, scursură, jgheab, ţurloi, cloacă, persoană care coase, legător de cărţi
v. canaliza

Αγγλικά → Ρωσικά - sewer

προφορά
с. швея, сточная труба, канализационная труба, коллектор

Αγγλικά → Ισπανικά - sewer

προφορά
s. alcantarilla, albañal, albañar, atajea, atajía, atarjea, cloaca, resumidero

Αγγλικά → Τουρκικά - sewer

προφορά
i. dikişçi, lağım

Αγγλικά → Ουκρανικά - sewer

προφορά
n. швачка, кравець, стічний: стічна труба, клоака, риштак

Αγγλικά → Ολλανδικά - sewer

προφορά
zn. riool(buis); naaister

Αγγλικά → Αραβικά - sewer

προφορά
‏أنبوبة مجاري، قناة مجاري، كبير خدم المائدة، الخائط، الخياط‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sewer

προφορά
(名) 污水管, 阴沟, 下水道#缝纫工; 缝纫机, 缝具#司膳管家

Αγγλικά → Κινεζικά - sewer

προφορά
(名) 污水管, 陰溝, 下水道#縫紉工; 縫紉機, 縫具#司膳管家

Αγγλικά → Χίντι - sewer

προφορά
n. दज़िर्न, नाली, नाला, मोरी, मलमार्ग

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sewer

προφορά
(名) 縫う人; 下水道; 排水溝

Αγγλικά → Κορεατικά - sewer

προφορά
명. 하수도, 하수구; 재단사, 바느질 하는 사람

Αγγλικά → Βιετναμικά - sewer

προφορά
n. thợ may, người may vá, người khâu quần áo, người vá quần áo, cống nước


dictionary extension
© dictionarist.com