Αγγλικά → Ελληνικά - severe

προφορά
επίθ. αυστηρός, δριμύς

Αγγλικά → Αγγλικά - severe

προφορά
adj. serious, grave; acute, critical; difficult, rigorous; simple, plain; harsh, strict
adj. severe, tough, hard; cruel, hardheaded, stern; grim, forbidding, austere
n. grueling, draining experience, exhausting experience

Αγγλικά → Γαλλικά - severe

προφορά
adj. sévère, grave, violent, sérieux; simple; réservé; intense; acharné

Αγγλικά → Γερμανικά - severe

προφορά
adj. streng; ernst; hart; scharf; einfach

Αγγλικά → Ινδονησιακά - severe

προφορά
a. keras, berat, bengis, streng, kejam, sangat, parah, hebat, sederhana, bersahaja, hiasan: tanpa hiasan, sukar, pedas

Αγγλικά → Ιταλικά - severe

προφορά
agg. severo, rigoroso, duro; acuto, vivo, violento; grave, serio; austero; rigido, inclemente; impegnativo, arduo, gravoso, difficile; preciso, esatto; sarcastico, satirico

Αγγλικά → Πολωνικά - severe

προφορά
a. srogi, surowy, bolesny, ciężki, dotkliwy, ostry, silny, uporczywy, bezwzględny, niewyrozumiały, drakoński, drastyczny, marsowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - severe

προφορά
adj. grave, sério, difícil; forte, bravo; simples, exato; rígido, rigoroso

Αγγλικά → Ρουμανικά - severe

προφορά
a. sever, aspru, strict, riguros, auster, apăsător, serios, greu, minuţios, ridicat, tăios, sobru, cumplit, puternic, straşnic, tiranic, violent, aprig, amar, mare, intens, sarcastic, ironic, biciuitor

Αγγλικά → Ρωσικά - severe

προφορά
прил. строгий, суровый; требовательный, жестокий; выдержанный; тяжелый; серьезный, трудный; резкий, сжатый

Αγγλικά → Ισπανικά - severe

προφορά
adj. severo, agudo, grave, intenso; estricto, adusto, austero, drástico, duro, riguroso, soberano, solemne

Αγγλικά → Τουρκικά - severe

προφορά
s. sert, haşin, ağır, acı, şiddetli, keskin, sade, yalın

Αγγλικά → Ουκρανικά - severe

προφορά
a. суворий, вимогливий, ретельний, лютий, тяжкий

Αγγλικά → Ολλανδικά - severe

προφορά
bn. ernstig, zwaar; scherp; sober; hevig; zwaar

Αγγλικά → Αραβικά - severe

προφορά
‏قارس، قاس، صارم، قاس صلب، خطير، متشدد، متزمت، صعب، عسير، عنيف، حاد، قاسي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - severe

προφορά
(形) 严厉的, 剧烈的, 严格的

Αγγλικά → Κινεζικά - severe

προφορά
(形) 嚴厲的, 劇烈的, 嚴格的

Αγγλικά → Χίντι - severe

προφορά
a. सख़्त, कड़ा, कठोर, बारीक, सूक्ष्म, मुश्किल, कष्टमय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - severe

προφορά
(形) 厳しい; 苛酷な; ひどい

Αγγλικά → Κορεατικά - severe

προφορά
형. 엄한; 예리한, 신랄한; 어려운; 단순한; 거친

Αγγλικά → Βιετναμικά - severe

προφορά
n. sự đau đớn dử dội
a. nghiêm khắc, nghiêm trang, nghiêm nhặt, khốc liệt, mãnh liệt


© dictionarist.com