Αγγλικά → Ελληνικά - settled

προφορά
επίθ. πάγιος

Αγγλικά → Αγγλικά - settled

προφορά
adj. populated, inhabited, colonized; arranged, resolved; paid in full (of a debt or bill)

Αγγλικά → Γαλλικά - settled

προφορά
adj. installé; arrangé; décidé; peuplé

Αγγλικά → Γερμανικά - settled

προφορά
[settle] v. ordnen; niederlassen; anordnen; besiedeln; festsetzen; zahlen, bezahlen; sich niederlassen, sich ansiedeln; sich beruhigen; sich legen
adj. niedergelassen; angesiedelt; angeordnet; bezahlt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - settled

προφορά
a. tetap, terus-menerus, terus-terusan, didiami: yg didiami, dihuni: yg dihuni, tenang, tenteram, diselesaikan: yg diselesaikan, lunas, langsai, terduduk

Αγγλικά → Ιταλικά - settled

προφορά
agg. stabile, fisso, fermo; calmo, posato; stabilito, deciso, fissato; sistemato, a posto; (Econ) saldato, pagato

Αγγλικά → Πολωνικά - settled

προφορά
a. pewny, ustalony, trwały, osiadły, rozsiadły, zakorzeniony, stanowczy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - settled

προφορά
adj. assentado, resolvido; colonizado, populado; arrumado, arranjado; pago, saldado, liquidado

Αγγλικά → Ρουμανικά - settled

προφορά
a. stabil, frumos, stabilit, aranjat, statornic, casnic, căpătuit

Αγγλικά → Ρωσικά - settled

προφορά
прил. постоянный, оседлый, спокойный, урегулированный

Αγγλικά → Ισπανικά - settled

προφορά
adj. convenido, asentado, establecido

Αγγλικά → Τουρκικά - settled

προφορά
s. sabit, değişmez, kararlı, devamlı, sürekli, düzenli, durgun, oturmuş, yerleşik, ödenmiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - settled

προφορά
a. постійний, сталий, твердий, заселений, статечний, залагоджений

Αγγλικά → Ολλανδικά - settled

προφορά
bn. bewoond; gekoloniseerd; geregeld; betaald

Αγγλικά → Αραβικά - settled

προφορά
‏مثبت، مقرر، مستعمر، ثابت، راسخ، وطيد، مسدد، مركز، مستقر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - settled

προφορά
(形) 固定的, 不变的, 决定的

Αγγλικά → Κινεζικά - settled

προφορά
(形) 固定的, 不變的, 決定的

Αγγλικά → Χίντι - settled

προφορά
a. निरंतर, मुस्तक़िल, स्थायी, स्थिर, निर्धारित, शांत, निर्द्वंद्व, फैसला किया हुआ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - settled

προφορά
(形) 変わらない; 固定した; 定住した; しっかりした
(動) 整える; 片付ける; 整頓する; 決定する; 支払う; 住む; 定住する; 入植する; 沈降する; 落ち着く; 移住する

Αγγλικά → Κορεατικά - settled

προφορά
형. 정주한, 정착한; 결심한; 청산한

Αγγλικά → Βιετναμικά - settled

προφορά
a. không thay đổi, điềm tỉnh, đã giải quyết xong, ủy nhiệm, bị chiếm làm thuộc địa


dictionary extension
© dictionarist.com