Αγγλικά → Ελληνικά - serviceable

προφορά
επίθ. χρήσιμος, εξυπηρετικός

Αγγλικά → Αγγλικά - serviceable

προφορά
adj. functional, useful, practical; durable, sturdy, long-lasting

Αγγλικά → Γαλλικά - serviceable

προφορά
adj. pratique; utilisable; en état de fonctionner

Αγγλικά → Γερμανικά - serviceable

προφορά
adj. tauglich, dienlich, nützlich; brauchbar, verwendbar; haltbar, dauerhaft, strapazierfähig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - serviceable

προφορά
a. tahan lama, kuat, berguna, berfaedah, dipergunakan: yg dpt dipergunakan

Αγγλικά → Ιταλικά - serviceable

προφορά
agg. utile, pratico, funzionale; che dura a lungo, resistente; servizievole; (Mecc) efficiente

Αγγλικά → Πολωνικά - serviceable

προφορά
a. użyteczny, chód: na chodzie, praktyczny, usłużny, przydatny, trwały

Αγγλικά → Πορτογαλικά - serviceable

προφορά
adj. prestativo; útil; resistente, forte; durável

Αγγλικά → Ρουμανικά - serviceable

προφορά
a. folositor, util, stare: în stare de funcţionare, utilizabil, practic, comod, cumsecade

Αγγλικά → Ρωσικά - serviceable

προφορά
прил. прочный, практичный, полезный, пригодный к эксплуатации

Αγγλικά → Ισπανικά - serviceable

προφορά
adj. servible, aprovechable, usable, utilizable

Αγγλικά → Τουρκικά - serviceable

προφορά
s. iş görür, faydalı, kullanışlı, dayanıklı, uzun ömürlü, işe yarar

Αγγλικά → Ουκρανικά - serviceable

προφορά
a. ноский, корисний, справний, догідливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - serviceable

προφορά
bn. dienstig, bruikbaar, nuttig, geschikt, praktisch; sterk

Αγγλικά → Αραβικά - serviceable

προφορά
‏مفيد، نافع، قابل للإستعمال، رضي، مساعد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - serviceable

προφορά
(形) 有用的, 耐用的

Αγγλικά → Κινεζικά - serviceable

προφορά
(形) 有用的, 耐用的

Αγγλικά → Χίντι - serviceable

προφορά
a. मज़बूत, दृढ़, टिकाऊ, फ़ायदेमंद, काम का, उपयोगी, ठीक, दुरुस्त, चालू हालत में

Αγγλικά → Ιαπωνικά - serviceable

προφορά
(形) 実用的な; 役に立つ; 長持ちする

Αγγλικά → Κορεατικά - serviceable

προφορά
형. 사용할 수 있는, 쓸모있는, 튼튼한, 기꺼이 도와주는

Αγγλικά → Βιετναμικά - serviceable

προφορά
a. hay giúp đở, ân cần, săn sóc, còn dùng được, có ích


dictionary extension
© dictionarist.com