Αγγλικά → Ελληνικά - senseless

προφορά
επίθ. αναίσθητος, ανόητος, παράλογος

Αγγλικά → Αγγλικά - senseless

προφορά
adj. insensible, unconscious, lacking perception; pointless, meaningless; stupid, foolish

Αγγλικά → Γαλλικά - senseless

προφορά
adj. sans connaissance; inanimé; insensé, stupide, déraisonnable

Αγγλικά → Γερμανικά - senseless

προφορά
adj. bewußtlos, ohnmächtig; geschmacklos, sinnlos; dumm, töricht

Αγγλικά → Ινδονησιακά - senseless

προφορά
a. pingsan, berperikemanusiaan: tak berperikemanusiaan, guna: yg tak ada guna, tidak-tidak, bodoh, tolol, masuk akal: tdk masuk akal

Αγγλικά → Ιταλικά - senseless

προφορά
agg. privo di sensi; sciocco, stolto, insensato, privo di buon senso; privo di senso, vuoto di senso

Αγγλικά → Πολωνικά - senseless

προφορά
a. nieprzytomny, czucie: bez czucia, bezsensowny, bezrozumny, nieinteligentny, idiotyczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - senseless

προφορά
adj. desacordado, desmaiado; sem sentido, sem lógica; estúpido

Αγγλικά → Ρουμανικά - senseless

προφορά
a. simţire: fără simţire, idiot, lipsit de bun-simţ, pustiu, stupid

Αγγλικά → Ρωσικά - senseless

προφορά
прил. без сознания, находящийся в бессознательном состоянии; нечувствительный, бесчувственный; бессмысленный, глупый, безумный

Αγγλικά → Ισπανικά - senseless

προφορά
adj. sin sentido, absurdo, disparatado, inconsecuente, insensato, sin objeto, sin ton ni son

Αγγλικά → Τουρκικά - senseless

προφορά
s. kendinden geçmiş, baygın, bilinçsiz, duyarsız, duygusuz, hissiz, anlamsız, saçma, mantıksız, şuursuz

Αγγλικά → Ουκρανικά - senseless

προφορά
a. безглуздий, непритомний, нечутливий, безтолковий, безтямний, безчуттєвий, навісний

Αγγλικά → Ολλανδικά - senseless

προφορά
bn. buiten bewustzijn; smakeloos; onlogisch; dom; onzinnig

Αγγλικά → Αραβικά - senseless

προφορά
‏فاقد الوعي، فارغ، أخرق، غريب، فاقد الادراك، أحمق، لا معنى له، مغمى عليه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - senseless

προφορά
(形) 无感觉的, 不省人事的, 无意识的

Αγγλικά → Κινεζικά - senseless

προφορά
(形) 無感覺的, 不省人事的, 無意識的

Αγγλικά → Χίντι - senseless

προφορά
a. बेसुध, बेहोश, चेतनाशून्य, मुर्दादिल, मिर्मम, बेहूदा, बेअक़ल, अनर्थक, मूर्ख, मूर्खतापूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - senseless

προφορά
(形) 意識を失った; 愚かな

Αγγλικά → Κορεατικά - senseless

προφορά
형. 무감각의; 무의미한; 어리석은, 둔한

Αγγλικά → Βιετναμικά - senseless

προφορά
a. không cãm giác, không nhận thấy, vô tri


dictionary extension
© dictionarist.com