Αγγλικά → Ελληνικά - sending

προφορά
[send] ρήμ. στέλλω, αποστέλλω, πέμπω, στέλνω

Αγγλικά → Αγγλικά - sending

προφορά
n. act of dispatching; act of launching; dismissal; generation, production; act of transmitting electronically

Αγγλικά → Γαλλικά - sending

προφορά
n. envoi, expédition; lancé; renvoi; génération; production; la fait d'envoyer électroniquement

Αγγλικά → Γερμανικά - sending

προφορά
[send] v. senden; überbringen; übermitteln; versenden, verschicken; hetzen (Hund nach Einbrecher); schießen (ins All); Deckung suchen; sich aufregen (Slang)
n. Absender; Packet schicken

Αγγλικά → Ιταλικά - sending

προφορά
s. invio, spedizione; (Rad, Tel) emissione; trasmissione

Αγγλικά → Πολωνικά - sending

προφορά
n. przesyłka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sending

προφορά
s. mensageiro, envio, remessa, expedição

Αγγλικά → Ρουμανικά - sending

προφορά
n. trimitere, expediţie
a. trimiţător

Αγγλικά → Ρωσικά - sending

προφορά
[send] г. посылать, послать, заслать, слать; передавать; бросать; приводить в какое-либо состояние или действие; ниспосылать, насылать

Αγγλικά → Ισπανικά - sending

προφορά
s. envío, despacho

Αγγλικά → Τουρκικά - sending

προφορά
i. sevk, gönderme

Αγγλικά → Ουκρανικά - sending

προφορά
n. посилання сигналів, відправлення, посилання

Αγγλικά → Ολλανδικά - sending

προφορά
zn. zending

Αγγλικά → Αραβικά - sending

προφορά
‏الإرسال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sending

προφορά
[send] (动) 送; 发送; 寄; 寄信, 播送, 派人

Αγγλικά → Κινεζικά - sending

προφορά
[send] (動) 送; 發送; 寄; 寄信, 播送, 派人

Αγγλικά → Χίντι - sending

προφορά
a. भेजनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sending

προφορά
(名) 送信; 開始すること; 解放すること; 電気で伝えること
(動) 送る; 伝える; 行かせる; 放つ; する; 発射させる

Αγγλικά → Κορεατικά - sending

προφορά
명. 보내기; 퇴학; 생산하기; 전기로 전송하기


dictionary extension
© dictionarist.com