Ισπανικά → Αγγλικά - sencillez

προφορά
n. naivety, simpleness; homeliness, informality

Ισπανικά → Γαλλικά - sencillez

προφορά
1. (general) simplicité (f)
2. (persona) absence de formalité
3. (comportamiento) simplicité (f); sobriété (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - sencillez

προφορά
n. einfachheit, schlichtheit, bescheidenheit, unscheinbarkeit, kunstlosigkeit, schmucklosigkeit, arglosigkeit, aufrichtigkeit, anspruchslosigkeit

Ισπανικά → Ρωσικά - sencillez

προφορά
n. простота

Ισπανικά → Κορεατικά - sencillez

προφορά
n. 천진난만함, 순진, 간소


dictionary extension
© dictionarist.com