Αγγλικά → Ελληνικά - segment

προφορά
ουσ. τμήμα, τεμάχιο
ρήμ. διατέμνω

Αγγλικά → Αγγλικά - segment

προφορά
n. fragment; section; part, portion; slice, piece
v. divide into sections, partition; be divided into sections, be partitioned
n. segment, fragment

Αγγλικά → Γαλλικά - segment

προφορά
n. segment, calotte; partie, fragment; épisode; tranche, meule
v. segment (géométrie );diviser en segments

Αγγλικά → Γερμανικά - segment

προφορά
n. Abschnitt; Teil; Segment; (Frucht) Scheibe
v. Segment, Abschnitt; Scheibe; Stück

Αγγλικά → Ινδονησιακά - segment

προφορά
n. bagian, juring, daerah, ruas, tembereng, ulas, pangsa
v. mengiris, memotong, potongan: menjadi potongan

Αγγλικά → Ιταλικά - segment

προφορά
s. parte, segmento, porzione; sezione; spicchio; settore
v. segmentare, dividere in segmenti

Αγγλικά → Πολωνικά - segment

προφορά
v. członkować, rozczłonkować
n. segment, odcinek, wycinek, wykrawek, człon {zool.}, pierścień

Αγγλικά → Πορτογαλικά - segment

προφορά
s. segmento; parte, pedaço; capítulo; fatia
v. dividir (em pedaços, em partes etc); repartir (em pedaços, em partes)

Αγγλικά → Ρουμανικά - segment

προφορά
v. segmenta
n. parte, segment

Αγγλικά → Ρωσικά - segment

προφορά
с. часть, кусок, доля, долька, сектор, сегмент, отрезок
г. делить на сегменты

Αγγλικά → Ισπανικά - segment

προφορά
s. segmento, división
v. segmentar, dividir, dividir en segmentos, seccionar; segmentarse, dividirse en segmentos

Αγγλικά → Τουρκικά - segment

προφορά
f. bölmek, parçalara ayırmak
i. parça, bölüm, dilim, daire kesmesi, bölüt

Αγγλικά → Ουκρανικά - segment

προφορά
n. частина, сегмент, сектор
v. ділити на частини, ділитися на частини, ділити на частки

Γαλλικά → Αγγλικά - segment

προφορά
(m) n. segment, fragment, section

Γερμανικά → Αγγλικά - segment

προφορά
n. fragment; section; part, portion; slice, piece

Πολωνικά → Αγγλικά - segment

n. segment, section, somite

Ρουμανικά → Αγγλικά - segment

n. ring, segment, section

Τουρκικά → Αγγλικά - segment

n. fragment; section; part, portion; slice, piece
v. divide into sections, partition; be divided into sections, be partitioned
n. segment, fragment

Ολλανδικά → Αγγλικά - segment

προφορά
n. segment, somite

Αγγλικά → Ολλανδικά - segment

προφορά
zn. deel, segment
ww. verdelen (in segmenten); delen (in gedeelten)

Γαλλικά → Γερμανικά - segment

προφορά
n. abschnitt, segment

Γαλλικά → Ιταλικά - segment

προφορά
(général) segmento (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - segment

προφορά
(général) segmento (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - segment

προφορά
n. сегмент (m), отрезок (тех.) (m), колесо поршневое (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - segment

προφορά
(général) segmento (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - segment

προφορά
[le] parça, daire parçası; segman

Γερμανικά → Γαλλικά - segment

προφορά
n. segment (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - segment

προφορά
n. segmento (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - segment

προφορά
n. сегмент (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - segment

προφορά
n. segmento (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - segment

προφορά
i. parça (n), kesit (n)

Τουρκικά → Γαλλικά - segment

[le] parça, daire parçası; segman

Ολλανδικά → Γαλλικά - segment

προφορά
(algemeen) segment (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - segment

προφορά
(général) segment (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - segment

προφορά
segment

Αγγλικά → Αραβικά - segment

προφορά
‏قسم، فلقة، فص، قطعة، القطعة الدائرية‏
‏فلق، قطع، إنفصل، تفلق، تفصص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - segment

προφορά
(名) 部分; 切片, 断片; 部门; 线段
(动) 分割, 切割; 分割成部分; 切成片

Αγγλικά → Κινεζικά - segment

προφορά
(名) 部分; 切片, 斷片; 部門; 線段
(動) 分割, 切割; 分割成部分; 切成片

Αγγλικά → Χίντι - segment

προφορά
n. टुकड़ा, भाग, खंड, वृत्त-खंड

Αγγλικά → Ιαπωνικά - segment

προφορά
(名) 区切り; 区分; 線分; 弧
(動) 分ける

Αγγλικά → Κορεατικά - segment

προφορά
명. 단편; 구획; 일부, 분; 조각
동. 분할하다; 갈라지다

Αγγλικά → Βιετναμικά - segment

προφορά
n. hình phân
v. chia ra từng khúc

Γερμανικά → Κινεζικά - segment

προφορά
[das]部分。部门。切片。线段。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: segmenting
Present: segment (3.person: segments)
Past: segmented
Future: will segment
Present conditional: would segment
Present Perfect: have segmented (3.person: has segmented)
Past Perfect: had segmented
Future Perfect: will have segmented
Past conditional: would have segmented
© dictionarist.com