Αγγλικά → Ελληνικά - seek

προφορά
ρήμ. ζητώ, αναζητώ κάτι, επιζητώ

Αγγλικά → Αγγλικά - seek

προφορά
v. go in search of, look for; search for, try to discover; request, try to obtain; pursue; try, strive, attempt

Αγγλικά → Γαλλικά - seek

προφορά
v. chercher, rechercher, aspirer à; demander; exiger; être à la quête de, poursuivre; tenter (fortune)

Αγγλικά → Γερμανικά - seek

προφορά
v. suchen; bitten; verlangen; erlangen; streben; anstreben, begehren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - seek

προφορά
v. mencari, meminta, mengunjungi

Αγγλικά → Ιταλικά - seek

προφορά
v. cercare, andare in cerca, andare alla ricerca di; ricercare; perseguire; chiedere; tentare

Αγγλικά → Πολωνικά - seek

προφορά
v. szukać, poszukać, starać się, żądać, usiłować, uganiać, uganiać się, aportować, polować na coś

Αγγλικά → Πορτογαλικά - seek

προφορά
v. procurar, pedir; liberar; exigir; perseguir atrás; tentar

Αγγλικά → Ρουμανικά - seek

προφορά
v. căuta, explora, cerceta, urmări un scop

Αγγλικά → Ρωσικά - seek

προφορά
г. искать, разыскивать, пытаться, стремиться, добиваться, просить, обращаться, разузнать

Αγγλικά → Ισπανικά - seek

προφορά
v. buscar, postular, pretender; ser buscador

Αγγλικά → Τουρκικά - seek

προφορά
f. aramak, aranmak, araştırmak, kazanmaya çalışmak, peşinde koşmak, çıkarmaya çalışmak, istemek, uğraşmak, öğrenmeye çalışmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - seek

προφορά
v. намагатися, просити, шукати

Αγγλικά → Ολλανδικά - seek

προφορά
ww. zoeken; trachten; verzoeken; achtervolgen; proberen

Αγγλικά → Αραβικά - seek

προφορά
‏بحث، طلب، سعى لعمل شئ، قصد، طمح في، حاول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - seek

προφορά
(动) 寻求, 探索, 寻找; 寻找; 搜索; 探索; 搜查

Αγγλικά → Κινεζικά - seek

προφορά
(動) 尋求, 探索, 尋找; 尋找; 搜索; 探索; 搜查

Αγγλικά → Χίντι - seek

προφορά
v. खोजना, प्रयत्न करना, मांगना, अनुसरण करना, प्रार्थना करना, प्रयास करना, इच्छा करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - seek

προφορά
(動) 捜す; 探求する; 要求する; 努める

Αγγλικά → Κορεατικά - seek

προφορά
동. 추구하다, 찾다; 수색하다; 구하다; 추적하다; 시도하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - seek

προφορά
v. tìm, tìm kiếm, kiếm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: seeking
Present: seek (3.person: seeks)
Past: sought
Future: will seek
Present conditional: would seek
Present Perfect: have sought (3.person: has sought)
Past Perfect: had sought
Future Perfect: will have sought
Past conditional: would have sought
© dictionarist.com