Αγγλικά → Ελληνικά - sector

προφορά
ουσ. τομεύς, τομέας

Αγγλικά → Αγγλικά - sector

προφορά
n. subdivision, group within a larger group; region, district; geometrical figure composed of two radii and the arc lying between the radii (Mathematics); unit of disk storage equal to 256 bytes (Computers)
n. neighborhood; sector; quadrant; section
n. sector

Αγγλικά → Γαλλικά - sector

προφορά
n. secteur

Αγγλικά → Γερμανικά - sector

προφορά
n. Ausschnitt; Abschnitt; Sektor

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sector

προφορά
n. bidang, segi, kawasan, sektor, tembereng

Αγγλικά → Ιταλικά - sector

προφορά
s. (Geom) settore; zona; (fig) campo, ambito, sfera; (tecn) compasso di proporzione

Αγγλικά → Πολωνικά - sector

προφορά
n. sektor, odcinek, wycinek

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sector

προφορά
s. setor, área

Αγγλικά → Ρουμανικά - sector

προφορά
n. sector, zonă, porţiune, compas de proporţie {tehn.}

Αγγλικά → Ρωσικά - sector

προφορά
с. сектор, участок, часть, кулиса

Αγγλικά → Ισπανικά - sector

προφορά
s. sector, segmento; zona, compás de proporciones

Αγγλικά → Τουρκικά - sector

προφορά
i. sektör, işkolu, bölge, daire dilimi, dilim, ölçüm teleskopu

Αγγλικά → Ουκρανικά - sector

προφορά
n. сектор, куліса, лаштунка

Ρουμανικά → Αγγλικά - sector

n. sector, section, compartment, field, sphere, partition, zone, span

Ισπανικά → Αγγλικά - sector

προφορά
n. neighborhood; sector; quadrant; section

Ολλανδικά → Αγγλικά - sector

προφορά
n. sector

Αγγλικά → Ολλανδικά - sector

προφορά
zn. sector; omgeving

Ισπανικά → Γαλλικά - sector

προφορά
1. (general) secteur (m)
2. (conocimiento) branche (f); domaine (m); spécialité (f); champs (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - sector

προφορά
n. sektor, gebiet, sparte, zweig, bereich

Ισπανικά → Ρωσικά - sector

προφορά
n. сектор, слой

Ολλανδικά → Γαλλικά - sector

προφορά
(algemeen) secteur (m)

Αγγλικά → Αραβικά - sector

προφορά
‏قطاع، أداة لقياس الزوايا أو رسمها‏
‏قسم لقطاعات‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sector

προφορά
(名) 扇形; 防御地段; 扇形面; 防区

Αγγλικά → Κινεζικά - sector

προφορά
(名) 扇形; 防禦地段; 扇形面; 防區

Αγγλικά → Χίντι - sector

προφορά
n. वृत्त-खंड, शाखा, विभाग, हिस्सा, व्यावसायिक क्षेत्र, सैन्य कार्यवाही का क्षेत्र, रेखा-गणित का एक यंत्र, परकार

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sector

προφορά
(名) 部門; 扇形; 防衛区域

Αγγλικά → Κορεατικά - sector

προφορά
명. 부문, 부분; 구역; 함수자 ( 수학); 256바이트에 해당하는 저장단위 ( 컴퓨터)

Αγγλικά → Βιετναμικά - sector

προφορά
n. khu vực

Ισπανικά → Κορεατικά - sector

προφορά
n. 부문, 분야


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: sectoring
Present: sector (3.person: sectors)
Past: sectored
Future: will sector
Present conditional: would sector
Present Perfect: have sectored (3.person: has sectored)
Past Perfect: had sectored
Future Perfect: will have sectored
Past conditional: would have sectored
© dictionarist.com