Αγγλικά → Ελληνικά - scroll

προφορά
επίθ. έγγραφος
ουσ. κύλινδρος χάρτου, κύλινδρος πάπυρου, πάπυρος, κοσμητικό ομοίωμα τοιούτου

Αγγλικά → Αγγλικά - scroll

προφορά
n. roll of paper or parchment with writing on it; ornamental design resembling a scroll; object shaped like a spiral; roster, list
v. create curves or spirals, cut into spirals or curves; move on-screen text or images horizontally or vertically so new information appears on one side of the screen as older information disappears from the other side (Computers)

Αγγλικά → Γαλλικά - scroll

προφορά
n. rouleau, défilé, liste
v. défiler, faire défiler; parcourir

Αγγλικά → Γερμανικά - scroll

προφορά
n. Bildschirminhalt verschieben (Computer, Bildschirm); scrollen (Fachsprache)
v. mit Schnörkel verzieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - scroll

προφορά
n. surat gulungan, gulungan surat perkamen, daftar
v. menggulung

Αγγλικά → Ιταλικά - scroll

προφορά
s. rotolo di carta; riccio, voluta; chiocciola; (Arald) cartiglio; elenco, lista, ruolo; coclea; corona a spirale
v. (archit.) adornare di volute; (inform.) far scorrere un'immagine o un testo sullo schermo del computer orizzontalmente o verticalmente

Αγγλικά → Πολωνικά - scroll

προφορά
n. zwitek, zwit, zwój, zawój, rola, spirala, zakrętas, woluta, ślimak

Αγγλικά → Πορτογαλικά - scroll

προφορά
s. pergaminho; rolo de papel; rascunho; lista
v. criar curvas ou espirais; paginar, rolar

Αγγλικά → Ρουμανικά - scroll

προφορά
n. sul, volută, parafă, listă, banderolă
v. ornamenta în volute

Αγγλικά → Ρωσικά - scroll

προφορά
с. свиток, список, перечень; волюта [архит.]; спираль, скрижали, манускрипт; письмо, послание
г. украшать завитками

Αγγλικά → Ισπανικά - scroll

προφορά
s. rollo de papel, pergamino, rollo de pergamino, rúbrica; voluta
v. desplazar línea a línea; arrollar, enrollar; decorar con volutas

Αγγλικά → Τουρκικά - scroll

προφορά
i. tomar, parşömen tomarı, liste, helezoni kıvrım, süslü yazı, kemanın kıvrık ucu

Αγγλικά → Ουκρανικά - scroll

προφορά
n. згорток, манускрипт, розчерк, скрижалі, сувій

Αγγλικά → Ολλανδικά - scroll

προφορά
zn. rol, boekrol (v.d. Dode Zee); lijst; krul
ww. krulversiering

Αγγλικά → Αραβικά - scroll

προφορά
‏قائمة، لفيفة طومار، رخرف حلزوني، زخرفة، حلزوني‏
‏رفع، نزل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - scroll

προφορά
(名) 卷轴, 名册, 卷形物
(动) 使成卷形; 用涡卷饰装饰; 卷起

Αγγλικά → Κινεζικά - scroll

προφορά
(名) 卷軸, 名冊, 卷形物
(動) 使成卷形; 用渦卷飾裝飾; 卷起

Αγγλικά → Χίντι - scroll

προφορά
n. लिपटे हुए कागज़ का मुट्‌ठा, कागज़ का खर्रा, सूचीपत्र, मकान की सजावट, कटावदार डिज़ाइन, इमारत में घूमे हुए फीते की नकाशी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - scroll

προφορά
(名) 巻物; 古文書; 渦巻き模様; 名簿
(動) 巻物にする; 巻く; 渦巻く; (コンピュータ)スクロールする, 画面を自由に動かし必要な情報を映し出す

Αγγλικά → Κορεατικά - scroll

προφορά
명. 두루마리책; 소용돌이 모양의 장식; 소용돌이 모양의 물건; 목록
동. 두루마리에 쓰다, 두루마리로 만들다, 말다

Αγγλικά → Βιετναμικά - scroll

προφορά
n. cuộn giấy


Χρονοι ρηματων

Present participle: scrolling
Present: scroll (3.person: scrolls)
Past: scrolled
Future: will scroll
Present conditional: would scroll
Present Perfect: have scrolled (3.person: has scrolled)
Past Perfect: had scrolled
Future Perfect: will have scrolled
Past conditional: would have scrolled
© dictionarist.com