Αγγλικά → Ελληνικά - scope

προφορά
ουσ. πρόθεση, βλέψη, θέα, έκταση, πεδίο δράσης, περιθώριο, ευκαιρία, σκοπός, στάδιο

Αγγλικά → Αγγλικά - scope

προφορά
n. range; extent; sphere, area; space, expanse; opportunity or room for action and thought
n. broom, besom, mop

Αγγλικά → Γαλλικά - scope

προφορά
n. portée; étendue; domaine; envergure; espace, place

Αγγλικά → Γερμανικά - scope

προφορά
n. Spielraum; Umfang; Gebiet, Feld; Weite; Lebensunterhalt, Betätigungsfeld

Αγγλικά → Ινδονησιακά - scope

προφορά
n. jangkauan, bidang, lapangan, lingkungan, cakupan, kesempatan, keleluasaan

Αγγλικά → Ιταλικά - scope

προφορά
s. portata, estensione; libertà d'azione

Αγγλικά → Πολωνικά - scope

προφορά
n. cel, zasięg, zakres, dziedzina, kompetencja, pole działania, pole, resort, rozległość, skala

Αγγλικά → Πορτογαλικά - scope

προφορά
s. escopo, alvo, mira; área; espaço; espaço vital

Αγγλικά → Ρουμανικά - scope

προφορά
n. sferă de acţiune, întindere, gamă, domeniu, competenţă, proporţii, câmp, libertate, posibilitate: posibilităţi, latitudine, scop, orbită, aparat optic

Αγγλικά → Ρωσικά - scope

προφορά
с. предел, рамки, границы; контекст; масштаб, размах; сфера, сфера действия, сфера деятельности; компетенция, возможности; простор, кругозор; цель, намерение

Αγγλικά → Ισπανικά - scope

προφορά
s. alcance, abarcamiento, ámbito, área de competencia, campo, campo de acción, campo de aplicación, esfera de acción, extensión, gama, panorama, radio de acción; meta, propósito

Αγγλικά → Τουρκικά - scope

προφορά
i. alan, faaliyet alanı, kapsam, ufuk, olanak, niyet, amaç

Αγγλικά → Ουκρανικά - scope

προφορά
n. межа: межі, масштаб, можливість, обсяг, розмах

Ιταλικά → Αγγλικά - scope

προφορά
[scopa] n. broom, besom, mop

Αγγλικά → Ολλανδικά - scope

προφορά
zn. draagwijdte; tijdruimte; omvang; gebied, domein; ruimte; levensruimte; aktieruimte

Αγγλικά → Αραβικά - scope

προφορά
‏مجال، مدى، فرصة، إمكانية، جهاز رؤيا، إطار، مجهر، منظار الأفق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - scope

προφορά
(名) 范围, 广度, 机会

Αγγλικά → Κινεζικά - scope

προφορά
(名) 範圍, 廣度, 機會

Αγγλικά → Χίντι - scope

προφορά
n. सीमा, ढांचा, विस्तार, पैमाना, फैलाव, व्यापकता, क्षेत्र, गुंज़ाइश

Αγγλικά → Ιαπωνικά - scope

προφορά
(名) 範囲; 機会; 場所

Αγγλικά → Κορεατικά - scope

προφορά
명. 범위; 한도; 지역; 광범위한 범위, 퍼짐; 여유, 여지, 기회

Αγγλικά → Βιετναμικά - scope

προφορά
n. sức, năng lực, trình độ, phạm vi, giá trị, khoảng, bề dài của dây neo, kiếng soi bọng đái


dictionary extension
© dictionarist.com