Αγγλικά → Ελληνικά - scandal

προφορά
ουσ. σκάνδαλο

Αγγλικά → Αγγλικά - scandal

προφορά
n. outrage, offense; rumor, malicious gossip; dishonor, disgrace

Αγγλικά → Γαλλικά - scandal

προφορά
n. scandale; outrage, médisance; offense; rumeur; déshonneur

Αγγλικά → Γερμανικά - scandal

προφορά
n. Skandal; Ärgernis; Schande; Klatsch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - scandal

προφορά
n. perbuatan yg memalukan, perkara keji, keonaran, skandal, cakap angin, kecek, kecek-kecek, fitnah, fitnahan, gunjing, godaan
v. berkecek-kecek, menyairkan cakap angin, menyairkan kabar angin, mengumpat

Αγγλικά → Ιταλικά - scandal

προφορά
s. scandalo; maldicenza, pettegolezzi, chiacchiere, dicerie; onta, vergogna, ignominia; sentimento di sdegno, indignazione; (Dir) diffamazione

Αγγλικά → Πολωνικά - scandal

προφορά
n. skandal, awantura, chryja, obraza sądu {sąd.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - scandal

προφορά
s. escândalo; infâmia, calúnia, difamação

Αγγλικά → Ρουμανικά - scandal

προφορά
n. scandal, afront public, zarvă, vâlvă, defăimare, clevetire, ruşine, bârfeală, calomnie

Αγγλικά → Ρωσικά - scandal

προφορά
с. позор, скандал, грязные сплетни, злословие

Αγγλικά → Ισπανικά - scandal

προφορά
s. escándalo, difamación; chismorreo, habladurías

Αγγλικά → Τουρκικά - scandal

προφορά
i. skandal, rezalet, dedikodu, iftira, karalama, rezil, yüz karası

Αγγλικά → Ουκρανικά - scandal

προφορά
n. ганебний факт, скандал, плітка: плітки, згіршення

Ρουμανικά → Αγγλικά - scandal

n. row, shindy, affray, flare-up, fray, scandal, shame, breach, noise, hubbub, scene, breeze, rumpus, fuss

Αγγλικά → Ολλανδικά - scandal

προφορά
zn. schandaal

Αγγλικά → Αραβικά - scandal

προφορά
‏فضيحة، عار، إشانة سمعة، تشهير، نميمة، غيبة، قيل وقال، أكاذيب، إشاعات، قذف، عمل مخز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - scandal

προφορά
(名) 丑闻, 丑事; 流言蜚语, 诽谤; 耻辱, 丢脸; 公愤, 反感

Αγγλικά → Κινεζικά - scandal

προφορά
(名) 醜聞, 醜事; 流言蜚語, 誹謗; 恥辱, 丟臉; 公憤, 反感

Αγγλικά → Χίντι - scandal

προφορά
n. ग्लानि की भावना, अपमान, बदनामी, मानहानि, निंदा, चुगली, अपवाद, कलंक
a. बेइज़्ज़त, अपमानपूर्ण, कलंक लगानेवाला, शर्मनाक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - scandal

προφορά
(名) 醜聞; 汚職事件; 恥; 不祥事; 不名誉

Αγγλικά → Κορεατικά - scandal

προφορά
명. 모욕, 비방; 추문, 악평, 중상; 불명예, 치욕

Αγγλικά → Βιετναμικά - scandal

προφορά
n. việc ô nhục, việc làm xấu, lời gièm pha, sự nói xấu, việc bêu xấu


Χρονοι ρηματων

Present participle: scandaling
Present: scandal (3.person: scandals)
Past: scandaled
Future: will scandal
Present conditional: would scandal
Present Perfect: have scandaled (3.person: has scandaled)
Past Perfect: had scandaled
Future Perfect: will have scandaled
Past conditional: would have scandaled
© dictionarist.com