Γαλλικά → Αγγλικά - savoir

προφορά
v. be aware, know, figure out; realize, sort out, see

Γερμανικά → Αγγλικά - savoir

προφορά
(das) n. (French) savoir, part of the term "savoir faire" (wisdom, knowledge of how act in a particular situation)

Γαλλικά → Γερμανικά - savoir

προφορά
n. wissen
v. wissen, bescheid wissen, können, heraushaben, heraussein, auskennen: sich auskennen

Γαλλικά → Ιταλικά - savoir

προφορά
1. (connaissance) erudizione (f); sapere (m)
2. (connaissance) sapere

Γαλλικά → Πορτογαλικά - savoir

προφορά
1. (connaissance) erudição (f)
2. (connaissance) saber

Γαλλικά → Ρωσικά - savoir

προφορά
n. знание (m), отрасль знания (m), ученость (m)
v. знать, ведать (знать), уметь, превзойти

Γαλλικά → Ισπανικά - savoir

προφορά
1. (connaissance) erudición (f); sabiduría (f)
2. (connaissance) saber

Γαλλικά → Τουρκικά - savoir

προφορά
bilmek

Γερμανικά → Τουρκικά - savoir

προφορά
bilmek

Γαλλικά → Ολλανδικά - savoir

προφορά
1. (connaissance) eruditie (f); uitgebreide kennis (f)
2. (connaissance) kennen


dictionary extension
© dictionarist.com