Ισπανικά → Αγγλικά - satisfecho

προφορά
adj. satisfied, pleased, contented; satiated, gratified

Ισπανικά → Γαλλικά - satisfecho

προφορά
1. (convicción) persuadé; convaincu
2. (estado emocional) content; satisfait; ravi; heureux; enthousiaste; enchanté

Ισπανικά → Γερμανικά - satisfecho

προφορά
a. zufrieden, wohlgefällig, befriedigt, satt, erfreut, froh

Ισπανικά → Ρωσικά - satisfecho

προφορά
adj. удовлетворенный, сытый

Ισπανικά → Κορεατικά - satisfecho

προφορά
adj. 만족한, 흡족한


dictionary extension
© dictionarist.com