Αγγλικά → Ελληνικά - sanctioned

προφορά
επίθ. καθιερωμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - sanctioned

προφορά
[sanction] v. approve, authorize; endorse, ratify; penalize or encourage as a means of enforcing a law

Αγγλικά → Γαλλικά - sanctioned

προφορά
[sanction] v. sanctionner; ratifier; autoriser; encourager

Αγγλικά → Γερμανικά - sanctioned

προφορά
[sanction] v. erlauben, genehmigen; bestätigen; sanktionieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sanctioned

προφορά
v. mendukung, menyetujui, mengukuhkan, memperkuat, memperkukuh, memperkukuhkan

Αγγλικά → Ιταλικά - sanctioned

προφορά
[sanction] v. sancire; sanzionare; ratificare, confermare, convalidare; autorizzare, permettere, consentire; approvare, essere d'accordo su

Αγγλικά → Πολωνικά - sanctioned

προφορά
v. usankcjonować, sankcjonować, zatwierdzać, aprobować, konfirmować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sanctioned

προφορά
[sanction] v. sancionar, confirmar; permitir; encorajar

Αγγλικά → Ρουμανικά - sanctioned

προφορά
a. consacrat

Αγγλικά → Ρωσικά - sanctioned

προφορά
[sanction] г. санкционировать, ратифицировать, утверждать, утвердить, одобрить

Αγγλικά → Ισπανικά - sanctioned

προφορά
[sanction] v. dar la aprobación a, aprobar, aprobar formalmente, asentir, avalar, consentir, dar crédito a, dar el visto bueno a, ratificar, rubricar, sancionar; confirmar

Αγγλικά → Τουρκικά - sanctioned

προφορά
[sanction] f. uygun görmek, onaylamak, izin vermek

Αγγλικά → Ουκρανικά - sanctioned

προφορά
v. одобряти, санкціонувати, схвалювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - sanctioned

προφορά
[sanction] ww. toestaan; toegeven; permitteren; aanmoedigen

Αγγλικά → Αραβικά - sanctioned

προφορά
‏مقبول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sanctioned

προφορά
[sanction] (动) 认可; 赞许; 批准; 支持

Αγγλικά → Κινεζικά - sanctioned

προφορά
[sanction] (動) 認可; 贊許; 批准; 支援

Αγγλικά → Χίντι - sanctioned

προφορά
v. आज्ञा देना, अधिकृत करना, दृढ़ करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sanctioned

προφορά
[sanction] (動) 認可する; 是認する; 処罰する

Αγγλικά → Κορεατικά - sanctioned

προφορά
[sanction] 동. 재가하다, 인가하다; 이서하다, 비준하다; 법률을 강화하기 위해 상벌을 주다

Αγγλικά → Βιετναμικά - sanctioned

προφορά
v. phê chuẩn, qui định hình phạt, tán thành


dictionary extension
© dictionarist.com