Γαλλικά → Αγγλικά - salutaire

προφορά
adj. healthy, salutary, wholesome, beneficial

Γαλλικά → Γερμανικά - salutaire

προφορά
adj. heilsam, segensreich

Γαλλικά → Ιταλικά - salutaire

προφορά
1. (effet) salutare
2. (médecine) salutare; che fa bene
3. (avantageux) vantaggioso; proficuo; utile; favorevole

Γαλλικά → Πορτογαλικά - salutaire

προφορά
1. (effet) salutar; saudável
2. (médecine) benéfico
3. (avantageux) vantajoso; favorável; benéfico

Γαλλικά → Ρωσικά - salutaire

προφορά
a. благотворный, спасительный

Γαλλικά → Ισπανικά - salutaire

προφορά
1. (effet) saludable; benéfico
2. (médecine) saludable
3. (avantageux) ventajoso; provechoso; favorable; fructuoso; beneficioso

Γαλλικά → Τουρκικά - salutaire

προφορά
koruyucu, kurtarıcı

Γαλλικά → Ολλανδικά - salutaire

προφορά
1. (effet) weldadig; heilzaam
2. (médecine) heilzaam
3. (avantageux) voordelig; gunstig; nuttig


dictionary extension
© dictionarist.com