Αγγλικά → Ελληνικά - salon

προφορά
ουσ. σαλόνι, ινστιτούτο, αίθουσα

Αγγλικά → Αγγλικά - salon

προφορά
n. drawing room, reception room; gathering of intellectuals or leaders in a drawing room; art gallery, exhibition hall for works of art; beauty parlor, business offering services related to fashion or beauty
n. salon, living room, room where most family activities occur, TV room, guest room, drawing room, reception room; art gallery, exhibition hall for works of art, beauty parlor, saloon
n. lounge, sitting room, salon; show, exhibition

Αγγλικά → Γαλλικά - salon

προφορά
n. salon; séance de philosophie; salle de défilé

Αγγλικά → Γερμανικά - salon

προφορά
n. Salon, Wohnzimmer

Αγγλικά → Ινδονησιακά - salon

προφορά
n. ruang tamu, salon, pamer: tempat pamer karya seni, pameran

Αγγλικά → Ιταλικά - salon

προφορά
s. salone; (fig) salotto; mostra, esposizione

Αγγλικά → Πολωνικά - salon

προφορά
n. salon

Αγγλικά → Πορτογαλικά - salon

προφορά
s. sala, salão; sala grande; sala de espera

Αγγλικά → Ρουμανικά - salon

προφορά
n. sală de expoziţie

Αγγλικά → Ρωσικά - salon

προφορά
с. гостиная, приемная, салон

Αγγλικά → Ισπανικά - salon

προφορά
s. salón; reunión de intelectuales, tertulia; sala de exposiciones

Αγγλικά → Τουρκικά - salon

προφορά
i. salon, misafir odası, sergi salonu, galeri

Αγγλικά → Ουκρανικά - salon

προφορά
n. вітальня, палацовий зал, салон

Γαλλικά → Αγγλικά - salon

προφορά
(m) n. lounge, sitting room, salon; show, exhibition

Γερμανικά → Αγγλικά - salon

προφορά
n. drawing room, reception room; gathering of intellectuals or leaders in a drawing room; art gallery, exhibition hall for works of art; beauty parlor, business offering services related to fashion or beauty

Ινδονησιακά → Αγγλικά - salon

n. salon, parlour, parlor

Πολωνικά → Αγγλικά - salon

n. drawing-room, sitting-room, salon, saloon, parlour, parlor

Ρουμανικά → Αγγλικά - salon

n. drawing room, keeping room, sitting room, house place, hall, state room, show room, saloon

Τουρκικά → Αγγλικά - salon

προφορά
n. drawing room, reception room; gathering of intellectuals or leaders in a drawing room; art gallery, exhibition hall for works of art; beauty parlor, business offering services related to fashion or beauty
n. salon, living room, room where most family activities occur, TV room, guest room, drawing room, reception room; art gallery, exhibition hall for works of art, beauty parlor, saloon
n. lounge, sitting room, salon; show, exhibition

Ολλανδικά → Αγγλικά - salon

προφορά
n. drawing room, saloon, salon, parlour ibrit., parlor, lounge

Αγγλικά → Ολλανδικά - salon

προφορά
zn. ontvangkamer, salon; kring van kunstenaars

Γαλλικά → Γερμανικά - salon

προφορά
n. stube: die gute stube, polstergarnitur, couchgarnitur, messe, salon, wohnzimmer

Γαλλικά → Ιταλικά - salon

προφορά
1. (hôtel) salone (m)
2. (maison) salotto (m); sala (f); salone (m); tinello (m)
3. (art) mostra (f); esibizione (f); esposizione (f) 4. (nautique) salone (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - salon

προφορά
1. (hôtel) sala (f); saleta (f)
2. (maison) sala de estar; sala de visitas
3. (art) exibição (f); exposição (f); mostra (f) 4. (nautique) salão (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - salon

προφορά
n. салон (m), гостиная (m), приемная (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - salon

προφορά
1. (hôtel) salón (m)
2. (maison) salón (m); sala (f); sala de recibo
3. (art) exhibición (f); exposición (f); muestra (f) 4. (nautique) salón (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - salon

προφορά
[le] salon; oturma odası; misafir odası; sergi

Γερμανικά → Γαλλικά - salon

προφορά
n. salon (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - salon

προφορά
n. salotto (m), soggiorno: sala di soggiorno (m), salone (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - salon

προφορά
n. салон (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - salon

προφορά
n. salón (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - salon

προφορά
i. salon (m), misafir odası (m)

Τουρκικά → Γαλλικά - salon

προφορά
[le] salon; oturma odası; misafir odası; sergi

Τουρκικά → Γερμανικά - salon

προφορά
n. Salon

Τουρκικά → Ρωσικά - salon

προφορά
n. салон (M), гостиная (F), зал (M)

Ολλανδικά → Γαλλικά - salon

προφορά
(huis) salon (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - salon

προφορά
1. (hôtel) lounge (m); hal (m/f); foyer (m); lobby (m/f)
2. (maison) woonkamer (m/f); zitkamer (m/f); leefkamer (m/f); salon (m/n); ontvangkamer (m/f)
3. (art) tentoonstelling (f); expositie (f) 4. (nautique) zaal (m/f); kajuit (m/f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - salon

προφορά
zitkamer ,salon

Αγγλικά → Αραβικά - salon

προφορά
‏بهو، صالون، صالون أدبي، معرض فني‏

Αγγλικά → Κινεζικά - salon

προφορά
(名) 客厅, 会客室; 名流社交聚会, 沙龙; 交谊厅; 厅, 室, 院

Αγγλικά → Κινεζικά - salon

προφορά
(名) 客廳, 會客室; 名流社交聚會, 沙龍; 交誼廳; 廳, 室, 院

Αγγλικά → Ιαπωνικά - salon

προφορά
(名) 応接室, 客間; サロン, 学識者やリーダーの集まり; 画廊; 美容院

Αγγλικά → Κορεατικά - salon

προφορά
명. 큰 홀, 응접실; 응접실에서의 학자들이나 지도자들의 모임; 초대회, 미술 전시회장; 미용실

Αγγλικά → Βιετναμικά - salon

προφορά
n. phòng khách, cuộc hội họp, phòng tiếp khách, cuộc triển lãm

Γερμανικά → Κινεζικά - salon

προφορά
[der]沙龙。客厅。接待室。招待会。上流社会。美术展览会场。


dictionary extension
© dictionarist.com