Αγγλικά → Ελληνικά - saber

προφορά
ουσ. σπάθη

Αγγλικά → Αγγλικά - saber

προφορά
n. curved single-edged sword; (Fencing) foil, double-edged sword with a blunt tip (also sabre)
v. strike or stab with a saber (also sabre)
n. knowledge, wisdom; learning

Αγγλικά → Γαλλικά - saber

προφορά
n. sabre; balafre; agressif
v. donner des coups de sabre; blesser par le sabre

Αγγλικά → Γερμανικά - saber

προφορά
n. Degen, Schwert
v. niederstechen, niedersäbeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - saber

προφορά
n. pedang, mandau, prajurit berkuda
v. memedang

Αγγλικά → Ιταλικά - saber

προφορά
s. sciabola, spada a lama singola ricurva; (scherma) fioretto, spada a doppia lama con la punta smussa
v. colpire o trafiggere con una sciabola

Αγγλικά → Πολωνικά - saber

προφορά
n. szabla, koncerz, kawalerzysta
v. siec szablami

Αγγλικά → Πορτογαλικά - saber

προφορά
s. espada, sabre
v. enfiar a espada, golpear com o sabre

Αγγλικά → Ρωσικά - saber

προφορά
с. сабля, шашка; кавалерист
г. рубить саблей

Αγγλικά → Ισπανικά - saber

προφορά
s. sable, espada ligera
v. herir a sablazos, matar a sablazos

Αγγλικά → Τουρκικά - saber

προφορά
f. kılıçtan geçirmek, kılıçla kesmek, kılıçla vurmak
i. kılıç, süvari kılıcı, eskrim kılıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - saber

προφορά
n. шабля, кавалерист, фехтування на шаблях, шашка
v. шабля: рубати шаблею, фехтувати на шаблях

Πορτογαλικά → Αγγλικά - saber

προφορά
v. know, savvy; have

Ισπανικά → Αγγλικά - saber

προφορά
[saber] v. know; realize; can; learn; hear; savor

Αγγλικά → Ολλανδικά - saber

προφορά
zn. zwaard, sabel
ww. sabelen

Πορτογαλικά → Γαλλικά - saber

προφορά
(conhecimento) savoir

Ισπανικά → Γαλλικά - saber

προφορά
1. (conocimiento) traditions (fp); coutumes (fp); usages (mp)
2. (entender) apprendre; se réaliser
3. (mente) être conscient de; se rendre compte de; mesurer; comprendre 4. (conocimiento) savoir

Ισπανικά → Γερμανικά - saber

προφορά
n. wissen, kenntnis, weisheit, gelehrsamkeit, können
v. wissen, kennen, können, verstehen, erfahren, vernehmen, hören, ersehen, pflegen zu, gewöhnt sein zu, schmecken

Ισπανικά → Ρωσικά - saber

προφορά
n. знание, умение,
v. знать, уметь, узнавать, иметь привкус

Αγγλικά → Κινεζικά - saber

προφορά
(名) 马刀, 军刀; 佩剑

Αγγλικά → Κινεζικά - saber

προφορά
(名) 馬刀, 軍刀; 佩劍

Αγγλικά → Χίντι - saber

προφορά
n. तलवार, कृपाण, सवार, घुड़सवार, अश्वारोही
v. कृपाण से घायल करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - saber

προφορά
(動) サーベルで切る
(名) サーベル, 刀の一種; (フェンシング)サーブル, 剣

Αγγλικά → Κορεατικά - saber

προφορά
명. 사베르, 무력, 기병대
동. 사베르로 베다, 사베르로 상처를 입히다

Ισπανικά → Κορεατικά - saber

προφορά
n. 지식
v. 알다, 발견하다


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: sabering
Present: saber (3.person: sabers)
Past: sabered
Future: will saber
Present conditional: would saber
Present Perfect: have sabered (3.person: has sabered)
Past Perfect: had sabered
Future Perfect: will have sabered
Past conditional: would have sabered
© dictionarist.com