Αγγλικά → Αγγλικά - run into

προφορά
v. collide with -; bump into, come up against -; meet someone by chance (e.g.: "I was walking around the mall yesterday and I ran into an old school friend whom I haven't seen in ten years")

Αγγλικά → Γαλλικά - run into

προφορά
v. rencontrer; se heurter à ; entrer en collision; rencontrer qqn par hasard

Αγγλικά → Γερμανικά - run into

προφορά
v. Zusammenstoßen; Zusammentreffen; Begegnen; zufällig Treffen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - run into

προφορά
v. menubruk, berjumpa secara kebetulan, bertemu secara kebetulan, ketemu, amprok, bersomplok, papakan, menemui, membuat, menerjang, mencapai, mengalami

Αγγλικά → Ιταλικά - run into

προφορά
v. imbattersi, incontrare per caso, scontrarsi

Αγγλικά → Πολωνικά - run into

προφορά
v. najechać na kogoś coś

Αγγλικά → Πορτογαλικά - run into

προφορά
v. afluir, abalroar, incorrer em, topar com, colidir, amontar em, encontrar por acaso

Αγγλικά → Ρουμανικά - run into

προφορά
v. lovi

Αγγλικά → Ρωσικά - run into

προφορά
г. столкнуться, наехать, вбегать, вбежать, впадать в

Αγγλικά → Ισπανικά - run into

προφορά
v. tropezar, dar contra, chocar con, topar

Αγγλικά → Τουρκικά - run into

προφορά
1. -e rast gelmek. 2. -e çarpmak.

Αγγλικά → Ουκρανικά - run into

προφορά
v. впадати, вливатися, вбігати, набавлятися, убігати

Αγγλικά → Ολλανδικά - run into

προφορά
ww. aanrijden (tegen), aanvaren; (toevallig) ontmoeten, tegen het lijf lopen

Αγγλικά → Αραβικά - run into

προφορά
‏إصطدم، إلتقى مصادفة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - run into

προφορά
撞到; 偶遇

Αγγλικά → Κινεζικά - run into

προφορά
撞到; 偶遇

Αγγλικά → Χίντι - run into

προφορά
v. आना, आया करना, टकराना, टकरा जाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - run into

προφορά
(动) 走り込む, 突き当たる, 突き刺さる, ぶつける

Αγγλικά → Κορεατικά - run into

προφορά
...에 뛰어 들어가다, 뛰어들다, ...을 우연히 만나다, ...에 빠지다, ...에 빠지게 하다, ...에 이르다


dictionary extension
© dictionarist.com