Αγγλικά → Ελληνικά - rugged

προφορά
επίθ. τραχύς, πετρώδης, απότομος, ανώμαλος

Αγγλικά → Αγγλικά - rugged

προφορά
adj. rough, coarse, bumpy; harsh, severe; rocky, stony; wrinkled, creased, furrowed

Αγγλικά → Γαλλικά - rugged

προφορά
adj. accidenté; déchiqueté; rude; irrégulier; farouche; robuste

Αγγλικά → Γερμανικά - rugged

προφορά
adj. rauh, robust; hart, roh; felsig, steinig; knitterig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - rugged

προφορά
a. datar: tdk datar, tanah: tdk rata tanahnya, berkerut, kasar, keras, sukar, berat, keras tabiatnya

Αγγλικά → Ιταλικά - rugged

προφορά
agg. aspro, accidentato, irregolare; dai lineamenti marcati; duro, arduo, difficile; vigoroso, robusto; severo, rigoroso, rigido; rude, rozzo, incolto; tempestoso, burrascoso; stridente

Αγγλικά → Πολωνικά - rugged

προφορά
a. nierówny, wyboisty, szarpany, dziki, postrzępiony, poszarpany, chropowaty, gruby, surowy, ostry, męczący, nieprzyjemny, sękaty, wygładzony: nie wygładzony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - rugged

προφορά
adj. áspero; duro, rude; pedregoso; amarrotado; irregular (um terreno irregular)

Αγγλικά → Ρουμανικά - rugged

προφορά
a. neregulat, accidentat, colţuros, neuniform, încruntat, aspru, sălbatic, grosolan, furtunos, violent, sever, neînduplecat, robust, masiv, solid

Αγγλικά → Ρωσικά - rugged

προφορά
прил. неровный, шероховатый; тяжелый, трудный; пронзительный, резкий; крепкий, прочный; массивный; бурный, суровый, яростный

Αγγλικά → Ισπανικά - rugged

προφορά
adj. escabroso, accidentado, enriscado, escarpado, pedregoso, peñascoso, petroso, quebrado, riscoso; rugoso; robusto, fuerte

Αγγλικά → Τουρκικά - rugged

προφορά
s. inişli çıkışlı, kayalık, sarp, yalçın, engebeli, kaba, yontulmamış, zorlu, çetin, fırtınalı, bet (ses), kulakları tırmalayan, kuvvetli, sağlam

Αγγλικά → Ουκρανικά - rugged

προφορά
a. нерівний, зморшкуватий, нахмурений, кострубатий, рапавий

Αγγλικά → Ολλανδικά - rugged

προφορά
bn. ruw, ongepolijst; hard; grof; stenig; gerimpeld

Αγγλικά → Αραβικά - rugged

προφορά
‏قاس، قاسي، متجعد، مخدد، صارم، حامي، فظ، قوي البنية، غليظ، وعر، خشن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - rugged

προφορά
(形) 高低不平的, 粗糙的, 崎岖的

Αγγλικά → Κινεζικά - rugged

προφορά
(形) 高低不平的, 粗糙的, 崎嶇的

Αγγλικά → Χίντι - rugged

προφορά
a. बीहड़, ऊबड़-खाबड़, झुर्रीदार, खुरदरा, रूखा, अशिष्ट, असभ्य, चमक: बिना चमक का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - rugged

προφορά
(形) でこぼこした; 岩だらけの; しわだらけの; いかつい

Αγγλικά → Κορεατικά - rugged

προφορά
형. 울퉁불퉁한; 거친; 돌이 많은, 바위투성이의; 주름진

Αγγλικά → Βιετναμικά - rugged

προφορά
a. lởm chởm, gồ ghề, không đều, gập ghềnh, quanh co, lồi lõm, nhám xù xì, hay gắt, hay quạu, khắc khổ, khỏe mạnh


dictionary extension
© dictionarist.com