Αγγλικά → Ελληνικά - rudiment

προφορά
ουσ. στοιχείο

Αγγλικά → Αγγλικά - rudiment

προφορά
n. fundamental element, basic point; bud, part of an organism that is not fully developed
n. rudiment, part of an organism that is not fully developed
n. rudiment, fundamental element, basic point; bud, part of an organism that is not fully developed

Αγγλικά → Γαλλικά - rudiment

προφορά
n. rudiment, fondement, essentiel, principe; bourgeon, premiers signes du salut

Αγγλικά → Γερμανικά - rudiment

προφορά
n. Rudiment; Anfangsgründe, Anfänge; Elementar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - rudiment

προφορά
n. organ cacat, kelainan
a. elementer

Αγγλικά → Ιταλικά - rudiment

προφορά
s. (Biol) rudimento

Αγγλικά → Πολωνικά - rudiment

προφορά
n. szczątek

Αγγλικά → Πορτογαλικά - rudiment

προφορά
s. rudimento, princípio, fundamento; embrião, rebento

Αγγλικά → Ρουμανικά - rudiment

προφορά
n. organ rudimentar, temei, noţiune: noţiuni de bază ale unei ştiinţe

Αγγλικά → Ρωσικά - rudiment

προφορά
с. элементарные знания, начатки, рудимент

Αγγλικά → Ισπανικά - rudiment

προφορά
s. rudimento, principio básico

Αγγλικά → Τουρκικά - rudiment

προφορά
i. dumura uğrayan organ, işlevini yitiren organ

Αγγλικά → Ουκρανικά - rudiment

προφορά
n. рудиментарний орган

Γαλλικά → Αγγλικά - rudiment

προφορά
(m) n. rudiment, fundamental element, basic point; bud, part of an organism that is not fully developed

Γερμανικά → Αγγλικά - rudiment

προφορά
n. fundamental element, basic point; bud, part of an organism that is not fully developed

Αγγλικά → Ολλανδικά - rudiment

προφορά
zn. rudiment, beginselen

Γαλλικά → Γερμανικά - rudiment

προφορά
n. rudiment

Γαλλικά → Ιταλικά - rudiment

προφορά
(anatomie) rudimento (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - rudiment

προφορά
(anatomie) rudimento (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - rudiment

προφορά
n. рудимент (m), рудиментарный орган (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - rudiment

προφορά
(anatomie) rudimento (m)

Γερμανικά → Γαλλικά - rudiment

προφορά
n. fragment (m), rudiment (m), vestige: vestiges (pl)

Γερμανικά → Ιταλικά - rudiment

προφορά
n. residuo (m), rudimento (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - rudiment

προφορά
n. рудимент (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - rudiment

προφορά
n. rudimento (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - rudiment

προφορά
i. bakiye (n)

Ολλανδικά → Γαλλικά - rudiment

προφορά
(anatomie) rudiment (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - rudiment

προφορά
(anatomie) rudiment (n)

Αγγλικά → Κινεζικά - rudiment

προφορά
(名) 基础, 雏形, 入门

Αγγλικά → Κινεζικά - rudiment

προφορά
(名) 基礎, 雛形, 入門

Αγγλικά → Χίντι - rudiment

προφορά
n. आरंभ, प्रथम तत्त्व, प्रारंभिक तथ्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - rudiment

προφορά
(名) 基礎; 基本原理; 初期の形; 原基

Αγγλικά → Κορεατικά - rudiment

προφορά
명. 기본적인 기관; 봉오리, 아직 덜 성숙한 기관의 일부

Αγγλικά → Βιετναμικά - rudiment

προφορά
n. bước đầu, sơ bộ

Γερμανικά → Κινεζικά - rudiment

προφορά
[das] pl.Rudimente 基础。雏形。入门。


dictionary extension
© dictionarist.com