Αγγλικά → Ελληνικά - routine

προφορά
ουσ. τακτική ρουτίνα, ρουτίνα

Αγγλικά → Αγγλικά - routine

προφορά
n. commonplace activity, everyday task; habit, custom, practice; procedure that is always the same; part of a computer program containing instructions for a particular task (Computers)
adj. commonplace, ordinary, usual; customary, habitual
n. routine, custom, habit, customary procedure or course of action, commonplace activity, everyday task; (Computers) part of a computer program containing instructions for a particular task

Αγγλικά → Γαλλικά - routine

προφορά
n. routine; train-train; formalité; usage; programme
adj. routinier, courant

Αγγλικά → Γερμανικά - routine

προφορά
n. Routine, Gewohnheit; Brauch; Prozedur
adj. routiniert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - routine

προφορά
n. rutin, kebiasaan sehari-hari
a. peraturan: yg sesuai dgn peraturan, sehari-hari

Αγγλικά → Ιταλικά - routine

προφορά
s. routine, tran tran, ritmo monotono; prassi, procedura corrente; abitudine, costume, consuetudine; (Inform) sequenza di istruzioni
agg. corrente, normale, di ordinaria amministrazione; solito, consueto, ordinario, abituale

Αγγλικά → Πολωνικά - routine

προφορά
n. rutyna, algorytm
a. rutynowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - routine

προφορά
s. rotina; regime; costume; procedimento
adj. rotineiro

Αγγλικά → Ρουμανικά - routine

προφορά
n. ordine stabilită, rutină
a. curent, obişnuit

Αγγλικά → Ρωσικά - routine

προφορά
с. заведенный порядок, установленный порядок; определенный режим, рутина, установившаяся практика; распорядок, распорядок службы, шаблон
прил. установленный, определенный; текущий, обычный; шаблонный, рутинный, заведенный

Αγγλικά → Ισπανικά - routine

προφορά
s. rutina, tradición
adj. rutinario, acostumbrado, de rutina, habitual, rutinero

Αγγλικά → Τουρκικά - routine

προφορά
i. program, her günkü işler, sıradan işler, alışkanlık, adet, boş lâf, basmakalıp lâflar, yordam [bilg.]
s. rutin, alışılagelmiş, her günkü, sıradan, değişmeyen, basmakalıp, klişeleşmiş, mekanikleşmiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - routine

προφορά
n. заведений порядок, рутина, екзерсис, навичка, режим, розпорядок
a. заведений, нудотний, внутрішній, поточний

Γαλλικά → Αγγλικά - routine

προφορά
(f) n. routine, humdrum, groove

Γερμανικά → Αγγλικά - routine

προφορά
adj. commonplace, ordinary, usual; customary, habitual

Ιταλικά → Αγγλικά - routine

προφορά
n. routine, round, rut, treadmill

Ολλανδικά → Αγγλικά - routine

προφορά
n. routine, rut

Αγγλικά → Ολλανδικά - routine

προφορά
zn. routine, sleur; regime; gewoonte; procedure
bn. routine

Γαλλικά → Γερμανικά - routine

προφορά
n. trott

Γαλλικά → Ιταλικά - routine

προφορά
(général) routine (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - routine

προφορά
(général) rotina (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - routine

προφορά
n. рутина (f), косность (f), установленный порядок (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - routine

προφορά
(général) rutina (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - routine

προφορά
[la] görenek; alışkanlık, rutin

Γερμανικά → Γαλλικά - routine

προφορά
n. savoir-faire (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - routine

προφορά
n. pratica (f), routine (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - routine

προφορά
n. навык (f), опыт (f), сноровка (f), рутина (f), заведенный порядок (f), распорядок (f), бездушный автоматизм (f), программа (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - routine

προφορά
n. rutina (f), práctica (f), experiencia (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - routine

προφορά
i. alışma (f), yatkınlık (f)

Ιταλικά → Γαλλικά - routine

προφορά
1. (generale) routine (f)
2. (elaborazione dei dati) programme (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - routine

προφορά
n. routine

Ολλανδικά → Γαλλικά - routine

προφορά
1. (algemeen) routine (f)
2. (gegevensverwerking) programme (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - routine

προφορά
(général) routine (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - routine

προφορά
routine

Αγγλικά → Αραβικά - routine

προφορά
‏روتين، رتابة، إبتذال، نمرة مسرحية تكرر بإستمرار، كلام معاد‏
‏روتيني، مبتذل، نمطي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - routine

προφορά
(名) 例行公事, 日常事务, 常规
(形) 例行的; 一般的, 平凡的

Αγγλικά → Κινεζικά - routine

προφορά
(名) 例行公事, 日常事務, 常規
(形) 例行的; 一般的, 平凡的

Αγγλικά → Χίντι - routine

προφορά
n. नियमित कार्यक्रम, दिनचर्या, बंधा बंधाया काम
a. नैत्य, सामान्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - routine

προφορά
(形) 日常の, いつもの; 型通りの
(名) 決まりきった仕事; 慣例; 決まった型; 特定の仕事を指図するプログラムの一部(コンピュータ)

Αγγλικά → Κορεατικά - routine

προφορά
명. 일상사; 습관, 관습; 틀에 박힌 일, 항상 똑같은 일과; 특정한 일을 위한 지침이 포함된 컴퓨터 프로그램의 일부 ( 컴퓨터)
형. 일상의, 평범한; 습관적인, 판에 박힌듯한

Αγγλικά → Βιετναμικά - routine

προφορά
n. thói quen, sự sanh hoạt hàng ngày, công việc thường

Γερμανικά → Κινεζικά - routine

προφορά
[die]熟练。日常习惯。惯例。日常工作。


© dictionarist.com