Αγγλικά → Ελληνικά - rouse

προφορά
ρήμ. εξεγείρω, αφυπνίζω, ξεσηκώνω, ξυπνώ

Αγγλικά → Αγγλικά - rouse

προφορά
v. wake up, awaken, stir into action; inflame, enthuse; annoy, irritate

Αγγλικά → Γαλλικά - rouse

προφορά
v. éveiller; exciter, stimuler; énerver, ennuyer, irriter; enflammer, s'enthousiasmer

Αγγλικά → Γερμανικά - rouse

προφορά
v. wachrufen; aufscheuchen; verärgern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - rouse

προφορά
v. membangunkan, bangun, menggiatkan, membangkitkan, merangsang, mengapi

Αγγλικά → Ιταλικά - rouse

προφορά
v. svegliare, destare, risvegliare; (fig) scuotere; accendere; (Venat) stanare; alzare, levare; (Mar) alare con forza; (Mar) chiamare in coperta

Αγγλικά → Πολωνικά - rouse

προφορά
n. pobudka, haust, hulanie
v. wypłaszać, budzić, przebudzać, namiętność: pobudzać namiętności, rozbudzić, wzbudzać, poderwać, wyrwać, podnieść, rozdrażniać, prowokować, sprowokować, ocucić, ocknąć z medytacji, buntować, wypłoszyć, wzbudzić, wyrywać, podnosić, rozdrażnić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - rouse

προφορά
v. despertar; provocar; excitar-se; incitar

Αγγλικά → Ρουμανικά - rouse

προφορά
n. sorbitură {înv.}, beţie {fam.}, deşteptare
v. trezi, deştepta, îndemna, stimula, stârni, înflăcăra, însufleţi, provoca, dinamiza, agita, deştepta: se deştepta, dezmetici: se dezmetici

Αγγλικά → Ρωσικά - rouse

προφορά
г. всполошить, будить, пробуждаться; побуждать, воодушевлять; раздражать, выводить из себя; вспугивать дичь,

Αγγλικά → Ισπανικά - rouse

προφορά
v. animar, apasionar, avivar, despertar, excitar, soliviantar, suscitar; ser conmovedor

Αγγλικά → Τουρκικά - rouse

προφορά
f. canlandırmak, uyandırmak, kızdırmak, kışkırtmak, tahrik etmek, yatağından çıkarmak, yuvasından çıkarmak, çalkalamak, canlanmak, uyanmak
i. kalk borusu, kalk zili

Αγγλικά → Ουκρανικά - rouse

προφορά
n. потрясіння: сильне потрясіння, підйом, побудка
v. будити, прокидатися, спонукати, розворушувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - rouse

προφορά
ww. (op)wekken, doen ontwaken, wakker schudden; opjagen; prikkelen; zich vermannen; ontwaken, wakker worden

Αγγλικά → Αραβικά - rouse

προφορά
‏إستيقاظ، دقة الإيقاظ‏
‏أيقظ، نشط، حمس، دفع، أثار، حرض، حث‏

Αγγλικά → Κινεζικά - rouse

προφορά
(动) 弄醒, 叫醒; 激怒; 激起; 使激动; 被唤醒; 奋发起来; 醒来; 被惊起

Αγγλικά → Κινεζικά - rouse

προφορά
(動) 弄醒, 叫醒; 激怒; 激起; 使激動; 被喚醒; 奮發起來; 醒來; 被驚起

Αγγλικά → Χίντι - rouse

προφορά
n. उत्तेजित करना, जगाना, चौंकाना
v. उत्तेजित करना, जगाना, चौंकाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - rouse

προφορά
(動) 目覚める; 奮い立たせる; 扇動する

Αγγλικά → Κορεατικά - rouse

προφορά
동. ...을 깨우다, 고무하다, 격려하다, 세게 끌어당기다, 세게 잡아당기다, 눈을 뜨다

Αγγλικά → Βιετναμικά - rouse

προφορά
n. hiệu kèn đánh thức
v. khêu gợi, gợi lại, đánh thức, đá đít, kích thích, phấn đấu, chọc tức, nổi giận, gây ra, tỉnh ngộ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: rousing
Present: rouse (3.person: rouses)
Past: roused
Future: will rouse
Present conditional: would rouse
Present Perfect: have roused (3.person: has roused)
Past Perfect: had roused
Future Perfect: will have roused
Past conditional: would have roused
© dictionarist.com