Αγγλικά → Ελληνικά - role

προφορά
ουσ. ρόλος, πρόσωπο

Αγγλικά → Αγγλικά - role

προφορά
n. function, position assigned to a particular person or thing; character or part portrayed by an actor
n. role, part
v. mention, remind of; associate, share company; pass around; talk

Αγγλικά → Γαλλικά - role

προφορά
n. rôle, function; vocation, mission; distribution (cinéma, théâtre); conduite sociale que joue qqn dans le monde

Αγγλικά → Γερμανικά - role

προφορά
n. Rolle

Αγγλικά → Ινδονησιακά - role

προφορά
n. peran, peranan, rol, tugas

Αγγλικά → Ιταλικά - role

προφορά
s. (Teat, Cin) ruolo, parte

Αγγλικά → Πολωνικά - role

προφορά
n. rola

Αγγλικά → Πορτογαλικά - role

προφορά
s. função, cargo

Αγγλικά → Ρουμανικά - role

προφορά
n. rol, funcţie, contribuţie, rost

Αγγλικά → Ρωσικά - role

προφορά
с. роль

Αγγλικά → Ισπανικά - role

προφορά
s. papel, interpretación, personificación, representación, rol

Αγγλικά → Τουρκικά - role

προφορά
f. rol yapmak
i. rol

Αγγλικά → Ουκρανικά - role

προφορά
n. роль

Ισπανικά → Αγγλικά - role

προφορά
[rolar] v. mention, remind of; associate, share company; pass around; talk

Αγγλικά → Ολλανδικά - role

προφορά
zn. rol

Αγγλικά → Αραβικά - role

προφορά
‏دور، وظيفة، عارضة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - role

προφορά
(名) 角色; 作用, 任务

Αγγλικά → Κινεζικά - role

προφορά
(名) 角色; 作用, 任務

Αγγλικά → Χίντι - role

προφορά
n. भूमिका, महान कार्य, कार्य, कृत्य, योगदान

Αγγλικά → Ιαπωνικά - role

προφορά
(名) 役; 役割

Αγγλικά → Κορεατικά - role

προφορά
명. 역; 구실, 역할; 배우에 의해 그려지는 특징

Αγγλικά → Βιετναμικά - role

προφορά
n. vai tuồng


© dictionarist.com