Αγγλικά → Ελληνικά - rock

προφορά
ουσ. βράχος, λίθος, λίκνισμα, πέτρα
ρήμ. λικνίζομαι, λικνίζω, κουνώ

Αγγλικά → Αγγλικά - rock

προφορά
n. stone; rock music; back and forth movement, shaking; diamond (Slang)
v. sway, swing; shock
n. skirt, woman's garment for the lower body that is not connected between the legs; coat, protective outer garment

Αγγλικά → Γαλλικά - rock

προφορά
n. roche, rocher; rock (danse); bercement, balancement, secousse, vibration; diamant, pierre (Familier); Rock musique
v. se balancer, dandiner, swinguer; bercer, balancer; secouer

Αγγλικά → Γερμανικά - rock

προφορά
n. Fels, Stein; Rockmusik; mit Eis (amerikanisch)
v. schütteln, kippen; erschüttern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - rock

προφορά
n. batu, karang, batuan, sebab kemalangan, sebab karam, uang, kesalahan yg bodoh, kegoyangan, ayunan, musik ngak-ngik-nguk
v. menggoyang, mengayun, membanting-banting, berayun, bergoyang, bergoncang, terombang-ambing, mengayun-ayun, menjotos sehingga sempoyongan

Αγγλικά → Ιταλικά - rock

προφορά
s. roccia; (Mar) scoglio; masso, macigno; pietra; (fig) causa di disastro; (Dolc) specie di caramella dura; (sl) diamante
v. far oscillare, dondolare; far tremare, scuotere con violenza, scrollare; (sl) turbare, sconvolgere; impressionare

Αγγλικά → Πολωνικά - rock

προφορά
n. skała, kamień, opoka, wanta, kądziel, muzyka rockowa
v. kołysać, wykołysać, kołysać się, bujać, rozbujać, pobujać, trząść się, chwiać, chybnąć, chybotać, huśtać, zachybotać, zaszamotać, wachlować
a. skalisty, skalny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - rock

προφορά
s. pedra; rocha; rock (música); proteção; defesa; solidez
v. balançar (-se), chacoalhar

Αγγλικά → Ρουμανικά - rock

προφορά
n. stâncă, rocă, cap, promontoriu, stană, furcă {înv.}
v. legăna, balansa, clătina, legăna: se legăna, tremura, cumpăni, vibra, oscila, zgudui: se zgudui

Αγγλικά → Ρωσικά - rock

προφορά
с. скала, утес, камень, булыжник, горная порода; нечто надежное, опора; причина опасности, причина провала; леденцовая карамель; бриллиант; качание, колебание, покачивание; рок-н-ролл, рок
г. качать, шатать, колебать, качаться; укачивать, баюкать; тревожить, беспокоить, волновать; танцевать рок-н-ролл, исполнять рок-музыку

Αγγλικά → Ισπανικά - rock

προφορά
s. roca, peña, peñón, piedra; mecida, mecimiento; rock 'n' roll, base
v. mecerse, balancearse; bailar rock'n'roll; acunar

Αγγλικά → Τουρκικά - rock

προφορά
f. sallamak, sallanmak, sallayarak uyutmak, sarsmak, şok etmek, zorlaştırmak, sarsılmak, şok olmak, rock yapmak (dans), ırgalamak
i. cebelitarık kalesi, cebelitarık dağı
i. kaya, kaya parçası, taş, elmas, lolipop, para, dolar, sıkıntı, belâ, değerli taş, dert

Αγγλικά → Ουκρανικά - rock

προφορά
n. скеля, камінь, порода, качання
v. хитати, хитатися, трясти, трястися, заколисувати, захитувати, колисати, колихати, колихатися, мантиляти, похитнути

Γαλλικά → Αγγλικά - rock

προφορά
(m) n. (Music) rock, rock music

Γερμανικά → Αγγλικά - rock

προφορά
v. sway, swing; shock

Ιταλικά → Αγγλικά - rock

προφορά
adj. rock (Music)

Ισπανικά → Αγγλικά - rock

προφορά
adj. rock
n. rock

Αγγλικά → Ολλανδικά - rock

προφορά
zn. rots; "Rock"muziek; beweging
ww. zacht bewegen; zich bewegen; schokken

Γαλλικά → Γερμανικά - rock

προφορά
n. rock
adj. rock-

Γαλλικά → Ιταλικά - rock

προφορά
(musique) rock {invariable}; musica rock; rock and roll {invariable}

Γαλλικά → Πορτογαλικά - rock

προφορά
(musique) roque (m); rock and roll (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - rock

προφορά
(musique) rock and roll; música de rock

Γαλλικά → Τουρκικά - rock

προφορά
[le] rak

Γερμανικά → Γαλλικά - rock

προφορά
n. jupe (f), robe (f), veste (f), rock (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - rock

προφορά
n. gonna (f), giacca (f), veste (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - rock

προφορά
n. юбка (m), китель (m), тужурка (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - rock

προφορά
n. falda (f), pollera (f), chaqueta (f), guerrera (f), americana (f), funda (f), hábito (m), rock (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - rock

προφορά
i. etek (m), ceket (m), bayan elbisesi (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - rock

προφορά
(musica) rock (m); rock and roll (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - rock

προφορά
n. rock

Ολλανδικά → Γαλλικά - rock

προφορά
(muziek) rock (m); rock and roll (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - rock

προφορά
(musique) rock (m); rockmuziek (f); rock-'n-roll (m)

Γερμανικά → Ολλανδικά - rock

προφορά
rok

Αγγλικά → Αραβικά - rock

προφορά
‏ماس، صخرة، جلمود، صخرة عالية، صخر صغيرة، إهتزاز، رقصة الروك، أساس، نقود، طير الرخ‏
‏تأرجح، إهتز، هز، ترنح، زعزع، هدهد، رقص الروك، هزز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - rock

προφορά
(名) 岩, 磐石, 岩石; 冰糖; 石块, 石子; 棒棒糖#摇动; 摇滚舞, 摇滚乐
(动) 摇, 振动, 摆动; 奏摇滚乐, 跳摇滚舞; 摇动; 使震惊; 使摇晃

Αγγλικά → Κινεζικά - rock

προφορά
(名) 岩, 磐石, 岩石; 冰糖; 石塊, 石子; 棒棒糖#搖動; 搖滾舞, 搖滾樂
(動) 搖, 振動, 擺動; 奏搖滾樂, 跳搖滾舞; 搖動; 使震驚; 使搖晃

Αγγλικά → Χίντι - rock

προφορά
n. चट्टान, शिला
v. धीरे-धीरे डौलना, हिलना, हिलाना, झुलाना, झोंटे खाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - rock

προφορά
(動) 揺り動かす; 震動させる; ショックを与える
(名) 岩; 岩山; 暗礁; 石ころ; 揺れ; 動揺; ロックンロール

Αγγλικά → Κορεατικά - rock

προφορά
명. 바위; 락 뮤직; 동요, 진동; 다이아몬드(속어)
동. 흔들어 움직이다, 흔들리다; 감동받다

Αγγλικά → Βιετναμικά - rock

προφορά
n. núi đá, tảng đá, khối đá, tảng đá lồi ra, đá, một thứ kẹo cứng, đá nổi giữa biển, sự đưa võng, con quay vụ
v. đu đưa, lúc lắc, làm lung lay, rung chuyển
n. loại chim thường đậu trên núi đá

Γερμανικά → Κινεζικά - rock

προφορά
[der] ①(女)裙。裙子。束腰外衣。裳。②男上衣。外套。西服。制服。③摇滚。摇滚舞。摇滚乐。摇滚音乐。④洛克。男子名。

Ισπανικά → Κορεατικά - rock

προφορά
adj. 록의


Χρονοι ρηματων

Present participle: rocking
Present: rock (3.person: rocks)
Past: rocked
Future: will rock
Present conditional: would rock
Present Perfect: have rocked (3.person: has rocked)
Past Perfect: had rocked
Future Perfect: will have rocked
Past conditional: would have rocked
© dictionarist.com