Αγγλικά → Ελληνικά - rigor

προφορά
ουσ. ακαμψία, αυστηρότης, αυστηρότητα, δριμύτης, δριμύτητα

Αγγλικά → Αγγλικά - rigor

προφορά
n. severity, strictness; harshness; exactness, strict accuracy; stiffness of muscles causing an inability to react to stimuli (Physiology); sudden feeling of coldness, chill; act of cruelty
n. mortis, part of the term "rigor mortis"
n. rigor, hardness, severity, stringency; stiffness of muscles causing an inability to react to stimuli (Physiology)

Αγγλικά → Γαλλικά - rigor

προφορά
n. rigueur, sévérité; dureté

Αγγλικά → Γερμανικά - rigor

προφορά
n. Strenge; Härte; Fieberfrost; Leichenstarre

Αγγλικά → Ινδονησιακά - rigor

προφορά
n. kekakuan, ketegasan, ketelitian, kekerasan

Αγγλικά → Ιταλικά - rigor

προφορά
s. (medic.) brivido; (fisiol.) rigidità, rigor mortis; severità, rigore, durezza, estrema disciplina

Αγγλικά → Πολωνικά - rigor

προφορά
n. dreszcze {med.}, trudy życia, surowość, ostrość klimatu, rygor, rygorystyczność, rygoryzm, reżim, twardość, dokładność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - rigor

προφορά
s. rigor, severidade; inflexibilidade

Αγγλικά → Ρουμανικά - rigor

προφορά
n. rigoare, asprime, severitate, justeţe, măsuri riguroase, îndârjire, exactitate

Αγγλικά → Ρωσικά - rigor

προφορά
с. озноб, оцепенение, окоченение, неумолимость, строгость, точность, тщательность, суровость

Αγγλικά → Ισπανικά - rigor

προφορά
s. rigor, austeridad, rigidez, severidad, tirantez; escalofríos

Αγγλικά → Τουρκικά - rigor

προφορά
i. sıkıntı, cefa, zorluk, kötü koşullar, sertlik, katılık, kesinlik, dakiklik, titizlik, titreme, şiddet, ürperme, kasılma, katılaşma

Αγγλικά → Ουκρανικά - rigor

προφορά
n. озноб, заціпеніння, заклякання, суворість, невблаганність, точність, ретельність, запал

Πορτογαλικά → Αγγλικά - rigor

προφορά
n. rigidity, rigor; severity, stringency; accuracy; harshness

Ισπανικά → Αγγλικά - rigor

προφορά
[rigor (m)] n. rigor, hardness, severity, stringency; stiffness of muscles causing an inability to react to stimuli (Physiology)

Τουρκικά → Αγγλικά - rigor

n. severity, strictness; harshness; exactness, strict accuracy; stiffness of muscles causing an inability to react to stimuli (Physiology); sudden feeling of coldness, chill; act of cruelty
n. mortis, part of the term "rigor mortis"
n. rigor, hardness, severity, stringency; stiffness of muscles causing an inability to react to stimuli (Physiology)

Αγγλικά → Ολλανδικά - rigor

προφορά
zn. ontbering; gestrengheid

Γερμανικά → Τουρκικά - rigor

προφορά
i. katılık (m)

Πορτογαλικά → Γαλλικά - rigor

προφορά
(medida) rigueur (f); sévérité (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - rigor

προφορά
1. (medida) rigueur (f); sévérité (f)
2. (esfuerzo) peine (f); fatigue (f); accablement (m); difficulté (f)
3. (carácter) austérité (f); sévérité (f); dureté (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - rigor

προφορά
n. strenge, härte, straffheit, unnachsichtigkeit, ernst, schwere, schärfe, rauheit

Ισπανικά → Ρωσικά - rigor

προφορά
n. строгость, точность

Αγγλικά → Αραβικά - rigor

προφορά
‏صرامة، قسوة، دقة، شدة، تيبس الأعضاء‏

Αγγλικά → Κινεζικά - rigor

προφορά
(名) 严格; 苛刻; 严厉; 艰苦

Αγγλικά → Κινεζικά - rigor

προφορά
(名) 嚴格; 苛刻; 嚴厲; 艱苦

Αγγλικά → Χίντι - rigor

προφορά
n. दृढ़ता, कठोरता, निठरता, कठिनता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - rigor

προφορά
(名) 厳しさ; 過酷; 厳しい状況; 困苦

Αγγλικά → Κορεατικά - rigor

προφορά
명. 엄함, 혹심함; 가혹함; 정확함; 자극에 반응으로 근육이 뻣뻣해지는 것, 경직(생리학); 오한, 한기; 잔인한 행동

Αγγλικά → Βιετναμικά - rigor

προφορά
n. sự nghiêm khắc, sự cay nghiệt, sự khắc nghiệt, sự khắc khổ, tính rất đúng, tính chính xác, sự rùn mình, triệu chứng khi bị sốt

Ισπανικά → Κορεατικά - rigor

προφορά
n. 엄함, 가혹


dictionary extension
© dictionarist.com