Αγγλικά → Ελληνικά - revival

προφορά
ουσ. αναβίωση, ανάσταση

Αγγλικά → Αγγλικά - revival

προφορά
n. resuscitation, act of bringing back to life; renewal, restoration; reactivation; series of meetings intended to increase religious belief and interest (Christianity)
n. revival, renewal, restoration

Αγγλικά → Γαλλικά - revival

προφορά
n. revival, renaissance, résurrection, fait de reprendre connaissance (revenir à la vie); renouvellement, restauration; réactivation, remise en marche; séminaire ou rencontres à caractère religieux destiné à raviver la foi (Christianisme)

Αγγλικά → Γερμανικά - revival

προφορά
n. Wiedererwachen, -erweckung, -beleben; Erneuerung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - revival

προφορά
n. penghidupan kembali, kebangkitan, kebangunan

Αγγλικά → Ιταλικά - revival

προφορά
s. risveglio, rifioritura, rinascita; rianimazione; ristabilimento; (Teat, Cin) ripresa, ripetizione; (Rel) revivalismo

Αγγλικά → Πολωνικά - revival

προφορά
n. odżycie, przebudzenie się, odrodzenie, renesans, odrodzenie religijne, wskrzeszenie, odnowienie, wznowienie, odświeżenie, ocucenie, reaktywowanie, podźwignięcie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - revival

προφορά
s. restauração; renascimento; revivificação

Αγγλικά → Ρουμανικά - revival

προφορά
n. renaştere, redeşteptare, reînviere, reluare, înviere, relansare, dezmorţire

Αγγλικά → Ρωσικά - revival

προφορά
с. возрождение, оживление, восстановление, возобновление, возрождение веры

Αγγλικά → Ισπανικά - revival

προφορά
s. reanimación, reavivamiento, reestreno, renacer, renovación, reposición, restauración, resurgimiento, resurrección

Αγγλικά → Τουρκικά - revival

προφορά
i. yeniden canlandırma, canlanma, diriltme, dirilme, uyanış, ayılma, ayıltma, yeniden gösterme, yeniden yayınlama, dinin yeniden canlanması

Αγγλικά → Ουκρανικά - revival

προφορά
n. відродження, повернення до життя, відновлення сил, пробудження, обнова

Ιταλικά → Αγγλικά - revival

προφορά
n. revival, renewal, restoration

Αγγλικά → Ολλανδικά - revival

προφορά
zn. reprise, heropvoering, hervertoning; revival, reveil; (her)opleving

Αγγλικά → Αραβικά - revival

προφορά
‏إنتعاش، إحياء، إنبعاث، تجدد، صحوة، نهضة، ترويح، إجتماع لصحوة دينية، صحوة دينية، تجديد، الإنعاش‏

Αγγλικά → Κινεζικά - revival

προφορά
(名) 苏醒; 再生; 复活; 复兴, 再流行

Αγγλικά → Κινεζικά - revival

προφορά
(名) 甦醒; 再生; 復活; 復興, 再流行

Αγγλικά → Χίντι - revival

προφορά
n. चेतना प्राप्ति, पुनरुत्थान, पुनरुज्जीवन, पुनःप्रचलन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - revival

προφορά
(名) 生き返り; 回復; 復活; 再上演

Αγγλικά → Κορεατικά - revival

προφορά
명. 소생, 회복; 부흥; 재생; 종교적 믿음이나 관심을 가증시키기위한 일련의 모임, 부흥회(기독교)

Αγγλικά → Βιετναμικά - revival

προφορά
n. sự phục hưng, sự làm sống lại, sự phấn khởi, sự hồi sanh
dictionary extension
© dictionarist.com