Αγγλικά → Γαλλικά - revealed

προφορά
révélé, révélée, décelée, révélées, décelées, décelèrent, décelé, révélâmes, révéla, révélai, décelai, révélés, révélèrent, décelâmes, décela, décelés

Αγγλικά → Γερμανικά - revealed

προφορά
enthüllte, enthüllt, entborgen, verraten, offenbart, aufgedeckt, deckte auf, zutage gebracht/gefördert, preisgegeben, brachte/förderte zutage, ans Licht gebracht, brachte ans Licht, zum Vorschein gebracht

Αγγλικά → Ρωσικά - revealed

προφορά
прил. выведенный, раскрываемый

Αγγλικά → Ισπανικά - revealed

προφορά
adj. revelado, delatado

Αγγλικά → Ουκρανικά - revealed

προφορά
a. виявлений

Αγγλικά → Αραβικά - revealed

προφορά
كشف, ظهر, باح, أوحى إلى

Αγγλικά → Χίντι - revealed

προφορά
a. प्रकट, प्रकाशित


dictionary extension
© dictionarist.com