Πορτογαλικά → Αγγλικά - retrocesso

προφορά
(m) n. retrocession, recession; regression, throwback; dereliction; recess; regress

Ιταλικά → Γερμανικά - retrocesso

προφορά
zurückgetreten, zurückgewichen, zurückgewiechen

Πορτογαλικά → Γαλλικά - retrocesso

προφορά
1. (geral) rétrogradation (f)
2. (figurativamente) reculée (f)
3. (recaída) rechute dans le vice; rechute dans l'erreur


dictionary extension
© dictionarist.com